του  Σταύρου Καρκαλέτση*

Το πρόβλημα στην πολύπαθη σχέση Αθήνας-Λευκωσίας, ήταν και είναι απλό, στην πρωτογενή του σύλληψη: Η αυτοδιαφημιζόμενη ως «εθνικό κέντρο» Αθήνα, αντιμετώπιζε (και αντιμετωπίζει) την Μεγαλόνησο, όχι ως ιερά υποχρέωση αλλά ως ενόχληση. Όχι ως ένα κράτος όπου επιβιώνει επί τρεις και πλέον χιλιετίες το έναν δέκατο σχεδόν του Ελληνισμού, αλλά ως ένα «αγκάθι». Αγκάθι η Κύπρος για την ελλαδική αφασία και ακηδία, γιατί θυμίζει στην Αθήνα τις ενοχές της, της θυμίζει πως υπήρξε μητριά και όχι μάνα. Η συνεχιζόμενη κατοχή και εκτουρκισμός στη βόρεια Κύπρο, δημιουργούν ανασφάλειες στην πολιτική του αθηναικού μικροελλαδισμού «μην τυχόν μπλέξουμε». Εδώ λοιπόν έγκειται το δομικό «κακό» της όλης υπόθεσης. Για εμάς, η Κύπρος δεν πρέπει να είναι ενόχληση και αγκάθι, αλλά το προκεχωρημένο προς ανατολάς φυλάκιο του Έθνους. Που προσφέρει με τη δεσπόζουσα θέση της στην ανατολική Μεσόγειο τεράστιο γεωπολιτικό, γεωστρατηγικό, ενεργειακό και εν τέλει εθνικό κεφάλαιο.

Στα πλαίσια της δικής μας πρότασης, δεσπόζουσα και κεντρική είναι η θέση της Κύπρου σε ένα Πανεθνικό Στρατηγικό Δόγμα που πρέπει να καταρτιστεί και προταχθεί. Το παν-εθνικό εξ’ άλλου, φωτογραφίζει ευδιάκριτα, και εννοιολογικά ακόμα, ότι στη δική μας αντίληψη η Λευκωσία είναι ισότιμος μέτοχος και εταίρος με την Αθήνα, ενσαρκώνοντας την δεύτερη Ελλάδα, το δεύτερο κυρίαρχο ελληνικό κράτος.

Πρώτιστο μέλημα σε μια τέτοια υψηλή στρατηγική, αποτελεί ο τερματισμός του να είναι η Κύπρος αχίλλειος πτέρνας της ελληνικής στρατηγικής, κυρίως στρατιωτικά. Ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής στην ανατολική Μεσόγειο, προστατεύει –στο μέτρο του εφικτού- τον εκεί  Ελληνισμό,  ενισχύει την διαπραγματευτική θέση και  τα όπλα της Αθήνας, περιπλέκει και κατατρίβει την τουρκική επιθετικότητα μακριά από το Αιγαίο, αλλά αυξάνει και την γεωστρατηγική τρωτότητα της Τουρκίας, αυξάνοντας την αβεβαιότητά της εάν αναλάβει το ρίσκο ενός νέου «Αττίλα».

Οι της «άλλης πλευράς» (του δόγματος του πηλιογουσισμού…) θα αντιτείνουν πως αυτά είναι επικίνδυνα παιχνίδια, που βεβαίως δεν θα υποβοηθήσουν μια ενδεχόμενη λύση με διαπραγμάτευση (παρ’ ότι η κοροιδία με τις «συνομιλίες» τρέχει για 40 χρόνια), πως έτσι θα δυσαρεστήσουμε τους συμμάχους (κάποιοι εκ των οποίων όμως επιμένουν στην επιλογή: Τουρκία), πως έτσι η Αθήνα θα ριψοκινδυνεύσει ενδεχομένως ακόμη και πόλεμο (εδώ ο Θουκυδίδης θα σήκωνε απλώς τα χέρια). Υπάρχει και ακόμη πιο αφελές επιχείρημα: Πως επιστρέφοντας η Ελλάδα στις θάλασσες του Κίμωνος, και αναλαμβάνοντας τις συμβατικές και ηθικές υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, «αποδυναμώνει την κρατική οντότητα της Κύπρου». Συμβαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο: Με μια εξωτερική πολιτική πολλαπλών συμμαχιών, ισχυροποιείται το ημικατεχόμενο κυπριακό κράτος, δεν αποδυναμώνεται. Και ο μόνος διαχρονικός, και πάνω από όλα φυσικός σύμμαχος του κράτους αυτού, είναι το ομοεθνές ελλαδικό. Ανεξαρτήτως ελλειμματικών ηγεσιών και ανεπαρκών πολιτικών.

Μέσα στα πλαίσια ενός Πανεθνικού Στρατηγικού σχεδιασμού και δόγματος, επιβάλλεται να χωράει η ένταξη της στρατηγικής της εκτεταμένης αποτροπής (extended deterrence), πρωτίστως για την ασφάλεια της Κύπρου και των εκεί 800.000 Ελλήνων. Η Ελλάδα και η Κύπρος, ως δύο ανεξάρτητα κράτη του ΟΗΕ έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να μεριμνήσουν για την ασφάλειά τους. Και  η πολιτική του ραγιαδισμού και της τουρκοφοβίας πρέπει επιτέλους να αλλάξει, το προαναφέραμε, γιατί είναι η πηγή της κακοδαιμονίας.

Ας υπενθυμιστεί πως «κάτι» πήγε να γίνει, εκεί κάπου στο 1993-94, με την υιοθέτηση του ∆ΕΑΧ (Δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδος – Κύπρου). Ήταν το ξεκίνημα μιας πολιτικής αποτροπής, που έφερε την Ελλάδα κοντά στην Κύπρο, φυσικό υπερασπιστή και εγγυητή της εθνικής επιβίωσης 800.000  Ελλήνων.
Το ΔΕΑΧ διακηρύχθηκε από Ελλάδα και Κύπρο στα τέλη του 1993, με κύριο χαρακτηριστικό τον καθαρά αμυντικό του χαρακτήρα και στόχο την αποτροπή ή αντιμετώπιση κάθε τουρκικής επιθετικής ενέργειας, εναντίον του ενός ή και των δύο μερών. Με τη διακήρυξη του δόγματος, υπογραμμίστηκε με έμφαση η δέσμευση της Ελλάδας να θεωρήσει ως αιτία πολέμου (casus - belli) οποιαδήποτε τουρκική απόπειρα προέλασης στην ελεύθερη Κύπρο. Η απόφαση των κυβερνήσεων Ελλάδας – Κύπρου να προχωρήσουν σε αμυντική συνεργασία, ενόχλησε σφοδρά την Τουρκία, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία, και άλλες συμμαχικές χώρες του ΝΑΤΟ. Η επιχειρηματολογία τους, έωλη και σαθρή: Ότι η Αθήνα στρατιωτικοποιούσε το κυπριακό, με συνέπεια να δυσχερανθούν οι προσπάθειες πολιτικής λύσης. Αντί να εγκαλείται η Τουρκία, ως κατοχική δύναμη διατηρούσα πλέον των 40.000 στρατιωτών παράνομα στην Κύπρο, «ποινικοποιούνταν» η προσπάθεια Ελλάδος και Κύπρου να αμβλύνουν έστω το ισχυρό στρατιωτικό πλεονέκτημα του «Αττίλα».

Η πολιτική του ΔΕΑΧ λοιπόν δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού την πολέμησαν με λύσσα Τούρκοι, Άγγλοι, Αμερικανοί  και τα εγχώρια ιδεολογικά τους προγεφυρώματα, Αθηνών και Λευκωσίας. Ο σημιτικός «εκσυγχρονισμός» φρόντισε να θάψει το Δόγμα κάπου στην Κρήτη, με θλιβερό επιστέγασμα τον ενταφιασμό εκεί των ρωσικών συστοιχιών S-300. Ακολούθησε, από το 2003 και μετά, μία ιδεαλιστική πολιτική κατευνασμού της τουρκικής επιθετικότητας, με την Ελλάδα στο συνήθη ρόλο του καλού και υπάκουου παιδιού, και την Κύπρο εξοστρακισμένη από τα ενδιαφέροντα της αθηναικής ατζέντας. Και όταν η εξωτερική πολιτική της χώρας υπήχθη στον θλιβερό ερασιτεχνισμό του διδύμου Παπανδρεόυ-Δρούτσα, επισυνέβη η αποθέωση της πολιτικής αυτής. Μιας πολιτικής που έφερε τις τουρκικές φρεγάτες όχι μόνο ανοιχτά της Πάφου και της Λεμεσσού, αλλά στον ευβοιώτικο Καβοντόρο και την Τζιά. Μιας πολιτικής που απαξίωσε μεθοδευμένα το ∆ΕΑΧ και έφερε τις διμερείς ασκήσεις να διεξάγονται μόνο επί χάρτου, ενώ είχαμε και την τυπική αφαίρεση του ∆ΕΑΧ από την ελληνική ΠΕΑ του 2011.

Θα ήθελα για πρώτη φορά να μιλήσω για ένα κοινό,  Πανεθνικό Στρατηγικό Δόγμα, όπου βεβαίως δεν θα είχε καμμία θέση το μικροαθηναικό «η Κύπρος αποφασίζει – η Ελλάδα συμπαρίσται». Αυτό το ψευδοδόγμα ήταν και είναι το άλλοθι των υπεκφυγών και της άρνησης του ελληνικού πολιτικού κόσμου να αναλάβουν τις πραγματικές τους ευθύνες. Η Κύπρος χόρτασε αθηναική «συμπαράσταση» μισό και πλέον αιώνα, από τότε που στην Αθήνα αρνούνταν και να παραλάβουν έστω τους τόμους του ιστορικού δημοψηφίσματος, όπου το 96% των Ελλήνων της Κύπρου διεκτράνωνε την ακλόνητη πίστη του στην εθνική ολοκλήρωση, μέσα από αυτοδιάθεση και ένωση με την μητροπολιτική Ελλάδα.

Απεγκλωβισμός λοιπόν από την ευθυνοφοβία, και πέρασμα σε μια νέα θέση, αξίωμα αρχής: Από την λόγοις συμπαράσταση, στην έργοις συμπαράταξη. Και η κατά καιρούς πυροτεχνηματική συμπαράταξη, για να έχει νόημα, ουσία και αλήθεια, έχει συγκεκριμένο δρομολόγιο και κατάληξη: Θεσμοθέτηση των εργαλείων προς άσκηση μιας κοινής πολιτικής Ελλάδος και Κύπρου στα εξωτερικά, στην άμυνα, στην ενέργεια. Τα προς τούτου θεσμικά όργανα, θα είναι μόνιμα και με ουσιαστικό έργο, που θα ορίζεται επακριβώς άμα τη συστάσει τους.

-Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδος και Κύπρου. Θα συνέρχεται σε τακτική (πχ ανά εξάμηνο) βάση, και εκ περιτροπής: Σε Αθήνα και Λευκωσία. Με συμμετοχή του εκάστοτε Ελλαδίτη πρωθυπουργού και Κυπρίου προέδρου, των υπουργών εξωτερικών και άμυνας (αν απαιτείται και υποργών οικονομικών και ενέργειας), των αρχηγών ΓΕΕΘΑ και ΓΕΕΦ (αν απαιτείται και διοικητών ελλαδικής και κυπριακής ΕΥΠ. Ζητούμενο του Συμβουλίου: Πλήρης και παραγωγικός στο maximum συντονισμός Αθηνών-Λευκωσίας στα της εξωτερικής πολιτικής, άμυνας, της ΑΟΖ, της ενέργειας και σε ό,τι άλλο απαιτούν οι περιστάσεις.
- Μεικτό Συμβούλιο ενεργειακής συνεργασίας Ελλάδος και Κύπρου, συναπαρτιζόμενοι από ειδήμονες, εμπειρογνώμονες, αξιωματούχους που βρίσκονται σε νευραλγικές θέσεις των σχετικών δημόσιων οργανισμών και εταιρειών. Με σκοπό τις κοινές δράσεις σε κάθε ανθυποτομέα της ενεργειακής πολιτικής. Στρατηγικός στόχος: Η σε βάθος δεκαετίας δημιουργία ενιαίου ενεργιακού παναθενικού χώρου, από την Αδριατική (Οθωνοί-Ερείκουσα) μέχρι τα όρια των  ΑΟΖ Ισραήλ και Λιβάνου (Παραλίμνι, Κάβο Γκρέκο).
-Οικοδόμηση, επιτέλους, ενιαίου αμυντικού χώρου στην πράξη, με οικονομικές (παρά την κρίση) λύσεις ανάγκης (υπάρχουν σε κάποια συρτάρια σε ΓΕΕΘΑ και ΓΕΕΦ), που θα παράγουν ένα πρώτο, περιορισμένο έστω, αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Διπλός ο στόχος: Αφ΄ενός ενδυνάμωση της εν Κύπρω αποτροπής, αφ’ ετέρου όσο το δυνατόν πληρέστερος έλεγχο του θαλάσσιου χώρου από Λασίθι έως Πάφο, λόγω και των νέων ενεργειακών δεδομένων και του εθνικού πλούτου που πιστοποιείται στη θάλασσα αυτή.

Εδώ, ας σταθούμε με προσοχή: Ανασύσταση του Δόγματος με τις θεωρητικές και επιχειρησιακές προδιαγραφές των μέσων της δεκαετίας του ’90 είναι αντιπαραγωγική. Αυτό διότι η πάροδος δύο δεκαετιών έχει σηματοδοτήσει νέα εποχή στις τεχνολογίες, νέες τάσεις στην στρατιωτική επιστήμη. Το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου στον 21ο αιώνα πρέπει να προσαρμοστεί στο εντελώς καινούριο περιβάλλον ασφάλειας της Μέσης Ανατολής και ανατολικής Μεσογείου, εντάσσοντας στην οργανωτική και επιχειρησιακή του δομή στρατηγικές προστασίας βυθοτεμαχίων και πλατφόρμων, αντιτρομοκρατίας,  μηχανισμούς έρευνας και διάσωσης, καταπολέμησης λαθρεμπορίου.

Επιπλέον, και ο πιο πατριώτης εκ των αναγνωστών, θα αντέτεινε το απόλυτα σωστό: «Ποιο δόγμα ΕΑΧ προτείνετε, όταν αυτή τη στιγμή μονάδες προκαλύψεως στον Έβρο τυγχάνουν επάνδρωσης της τάξης του 28 και 30%, όταν τα μαχητικά της ΠΑ υποφέρουν στις διαθεσιμότητες και όταν πλέον τίθεται εν αμφιβόλω η ικανότητα του συνολικής αμυντικής ισχύος της χώρας να κρατήσουμε το Αιγαίο σε ενδεχόμενη γενικευμένη σύρραξη»;
Πηγαίνοντας κόντρα στην απάθεια και αφασία, θα πούμε: Ναι, η χώρα βρίσκεται οικονομικά σε αδιέξοδο. Ναι, λεφτά δεν υπάρχουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως θα παραδώσουμε γη και ύδωρ.

Λύσεις «εκτάκτου χαρακτήρα» υπάρχουν: Είναι τα αεροδρόμια Καρπάθου και Ρόδου, Καστελλίου Κρήτης, και βεβαίως η «απαγορευμένη» σήμερα για την ελληνική αεροπορία, βάση Πάφου. Είναι η πρόσκτηση εργαλείων υπεράσπισης της ελλαδικής και κυπριακής  ΑΟΖ που θα αποπληρωθούν αργότερα, με ναυπήγηση στην Ελλάδα, όπως οι γαλλικές φρεγάτες FREMM. Είναι η διασφάλιση οριακού έστω ποιοτικού προβαδίσματος της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, σε κάποια συστήματα. Είναι η ενεργοποίηση, επιτέλους, πανάκριβων οπλικών συστημάτων που σκουριάζουν σήμερα σε αποθήκες, γιατί «δεν επιτρέπεται» η ουσιαστική ένταξή τους στο οπλοστάσιο των ενόπλων δυνάμεων.

Είναι ακόμα η σχεδίαση και η εκτέλεση κοινών ελλαδοκυπριακών αεροναυτικών ασκήσεων στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ρόδου και Πάφου. Είναι η συμμετοχή και εμπλοκή στις ακήσεις αυτές και στρατιωτικών δυνάμεων χωρών όπως η Γαλλία (συμβαίνει ήδη), Ρωσία, Ισραήλ.

Αλήθεια, η οικονομική κρίση είναι άλλοθι στο να μην έχει εμφανιστεί μαχητικό της ΠΑ στην Πάφο επί 9 συνεχόμενα χρόνια, όταν Γάλλοι, Ισραηλινοί, και βεβαίως οι Άγγλοι, είναι στρατιωτικά παρόντες στην Κύπρο; Πως γίνεται να ασκείται (και πολύ σωστά!) το υποτυπώδες κυπριακό ναυτικό με αυτό των Γάλλων και των Ισραηλινών και να μην γίνεται το ίδιο με το ΠΝ; Ή μήπως μια μεταστάθμευση κάποιων ελληνικών  F-16 Block 52+ στην αεροπορική βάση Πάφου θα ήταν δαπανηρότερη απ’ ότι αν στάθμευαν στη Ρόδο ή την Κάρπαθο; Γιατί για τους Ισραηλινούς, τους Γάλλους και τους Άγγλους η Κύπρος δεν είναι μακριά, και μόνο για εμάς πρέπει να κείται μακράν;
Δεν θα ισχυριζόμουν, αιθεροβατώντας, πως αυτή τη στιγμή οι μνημονιοκρατούμενες Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να κάνουν πολλά. Αυτό δεν σημαίνει όμως, πως δεν οφείλουν να κάνουν έστω τα ελάχιστα σε μια γραμμή κοινής άμυνας απέναντι σε κοινό επιβουλέα.

Ένα σύγχρονο Δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας και Κύπρου, μπορεί να ξεκινήσει, με τα απολύτως απαραίτητα. Και στην πορεία, αν κάποτε οικονομικά ορθοποδήσουμε, να αναδειχθεί ως αξιόπιστος παράγοντας ασφάλειας και σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή του περιφερειακού συμπλέγματος ασφάλειας της Μέσης Ανατολής. Μοναδική προϋπόθεση και εν πολλοίς ερωτηματικό παραμένει η ύπαρξη ειλικρινούς πολιτικής βούλησης, από πλευράς κυρίως Αθήνας. Συνηθίσαμε πιά στους πολιτικούς-μικροδιαχειριστές, δίχως όραμα και  δίχως σπονδυλική στήλη. Πολιτικούς και πολιτικές ανίκανους να σχεδιάσουν στοιχειώδη  προληπτική  αυτοάμυνα, απέναντι σε υπαρκτή απειλή που μεγαλώνει αδιάλειπτα.

Υπάρχουν όμως λύσεις, που είναι ρεαλιστικές. Και που δεν εξαφανίζουν βεβαίως το ισχυρότατο τουρκικό γεωστρατηγικό και στρατιωτικό πλεονέκτημα έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, όμως το μειώνουν. Και όσο αυτό θα μειώνεται, στην Άγκυρα γνωρίζουμε πολύ καλά πως θα κάνουν δεύτερες (και τρίτες) σκέψεις πριν προβούν σε τυχοδιωκτισμούς και νέα τετελεσμένα.

Η ισχυρότερη απόδειξη για το πόσο ωφέλιμη εθνικά θα ήταν μια σταδιακή οικοδόμηση Δόγματος Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, είναι η ενόχληση της Τουρκίας για το δόγμα αυτό. Ενόχληση που στην δεκαετία του 1990 έφθασε στα όρια της υστερίας και λύσσας. Το ∆ΕΑΧ λειτουργεί σταθεροποιητικά στην ανατολική Μεσόγειο, έναντι της αδιάλειπτης αποσταθεροποίησης που επιδιώκει η Τουρκία. Το ΔΕΑΧ συνιστά εξωτερική εξισορρόπηση (έστω σχετικά) στην υπαρκτή στρατιωτική απειλή της Τουρκίας.

Και ενώ υπάρχουν και λειτουργούν διαλυτικά σε Αθήνα και Λευκωσία οι δυό όψεις του ιδίου νομίσματος (εθνοαποδομητές, κυπροκεντρικοί, «ειρηνιστές» κτλ), έρχεται η ίδια η Τουρκία να αντιμετωπίζει τον Ελληνισμό ως ενιαίο όλον και ενιαίο στόχο της, και συνδέει το Αιγαίο με την Κύπρο στο επεκτατικό της όραμα.

Η ανάγκη πολλαπλούς και στρατηγικής σύζευξης Ελλάδος και Κύπρου έχει θεμελιώδη σημασία λοιπόν, για την υλοποίηση μιας όντως υψηλής στρατηγικής. Η Πολεμική Αεροπορία και το Πολεμικό Ναυτικό μπορούν και πρέπει να επιχειρούν και πέρα από τη Ρόδο. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να «επιστρέψει» στην ανατ. Μεσόγειο.
Το κυπριακό είναι κεντρικό πρόβλημα του όλου ελληνικού λαού, όχι μόνο για λόγους ηθικούς ή εθνικής αλληλεγγύης, αλλά κυρίως γιατί τα δύο κράτη, των οποίων ουδείς αμφισβητεί σήμερα την αυτονομία στις επι μέρους αποφάσεις, είναι στην πραγματικότητα απολύτως αλληλεξαρτώμενα. Αν χαθεί η Κύπρος θα χαθεί και η Ελλάδα, είπε το 1987 ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ισχύει, πολύ περισσότερο και το αντίστροφο, παρόλο που δεν είναι λίγοι οι τραγικά επιπόλαιοι που το ξεχνάνε στη Λευκωσία. Χωρίς την ύπαρξη ελλαδικού κράτους, η Κύπρος δεν θα επιβίωνε  ούτε πέντε λεπτά. Και ο νοών, νοείτω…

* Αμυντικός αναλυτής, πρόεδρος ΕΛ.Κ.Ε.Δ.Α.