Από τον Ατατούρκ στον Ερντογάν

Γράφει ο Steven A. Cook

Στις 25 Απριλίου του 1915, όταν τα βρετανικά, γαλλικά, αυστραλιανά και νεοζηλανδέζικα στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην στρατηγική Χερσόνησο της Καλλίπολης, στόχος τους ήταν να κατατροπώσουν τις Οθωμανικές άμυνες και να ανοίξουν τον δρόμο στο πολεμικό ναυτικό των συμμάχων ώστε να ανέβει το στενό των Δαρδανελίων προς την Κωνσταντινούπολη. Ήταν μια επικίνδυνη και δαπανηρή προσπάθεια που κατέληξε στην καθολική υποχώρησή τους οκτώ μήνες αργότερα.

Για τους υπερασπιστές της Καλλίπολης, που έχασαν 86.692 άνδρες, η μάχη αποτέλεσε μια σημαντική νίκη για την υπεράσπιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παραδόξως, έγινε επίσης θεμέλιος λίθος του εθνικισμού που φάνηκε τόσο σημαντικός για την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Τουρκίας λιγότερο από μια δεκαετία αργότερα. Ομοίως, οι εορταστικές εκδηλώσεις για την εκατονταετηρίδα της μάχης αντανακλούν την ένταση μεταξύ της αξιολόγησης της Οθωμανικής εποχής και της καθαγιασμένης μνήμης του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ -Ατατούρκ. Από διάφορες απόψεις, η μνήμη της Καλλίπολης εξακολουθεί να διαμορφώνει και να διαμορφώνεται από την πολιτική πορεία της χώρας.

Όταν αποβιβάστηκαν οι δυνάμεις των συμμάχων, ο Κεμάλ, τότε αντισυνταγματάρχης, ήταν σε μια εφεδρική μονάδα πέντε μίλια από το μέτωπο. Παρατάχθηκε ταχύτατα έφιππος με το 57ο σύνταγμα στους απότομους λόφους που βλέπουν στο ακρωτήρι Αρί-Μπουρνού και τον περίφημο όρμο Anzac. Εκεί συνάντησε τις τουρκικές δυνάμεις που υποχωρούσαν -τις οποίες, σύμφωνα με δική του αφήγηση, εκλιπαρούσε να συνεχίσουν τον αγώνα τους μέχρι θανάτου, διατάσσοντας όσους στρατιώτες είχαν ξεμείνει από πυρομαχικά να ετοιμάσουν τις ξιφολόγχες τους. Ο Κεμάλ κατάφερε να αντέξει για τις επόμενες 24 ώρες κάτω από την βαριά πίεση των συμμάχων, υπομένοντας σημαντικές απώλειες μέχρι που έφτασαν ενισχύσεις για να στηρίξουν την οθωμανική άμυνα. Για την ανδρεία του στο Αρί-Μπουρνού, ο Κεμάλ έλαβε μετάλλιο τιμής, που οδήγησε σε άλλες διοικητικές θέσεις κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Καλλίπολη.

 

Αεροφωτογραφία τουρκικής πόλης στα Δαρδανέλια που τραβήχτηκε από ένα γαλλικό αεροπορικό πλήρωμα κατά την διάρκεια της μάχης της Καλλίπολης, το 1915. (Wikimedia)

Ήταν τα κατορθώματα του Κεμάλ στην υπεράσπιση της Καλλίπολης που θα αποτελέσουν αργότερα την βάση του μύθου του ως νέου αρχηγού της Τουρκίας. Όταν τελείωσε ο Μεγάλος Πόλεμος, οι ικανότητές του, το θάρρος, η μεγάλη αυτοπεποίθηση και ο ανυποχώρητος εθνικισμός του τού προσέδωσαν μεγάλο κύρος, το οποίο χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει ένα εντελώς νέο έθνος και κράτος. Την ίδια στιγμή, ο Κεμάλ ηγήθηκε ενός επιτυχημένου πολέμου ενάντια στους στρατούς της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, που επεδίωκαν να μοιράσουν την Ανατολία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από μια πολυπολιτισμική αυτοκρατορία που ενώνει τα Βαλκάνια με την Βόρεια Αφρική και την Μεσοποταμία, ο Κεμάλ ανακήρυξε ότι η τουρκική πατρίδα εκτεινόταν από την Αδριανούπολη στα δυτικά έως το Βαν στα ανατολικά (που αποτελούσε επίσης πατρίδα για έναν μεγάλο αριθμό Κούρδων και απομεινάρι των ελληνικών και αρμενικών κοινοτήτων που κάποτε γνώρισαν μεγάλη ακμή). Κεντρικό ρόλο στο εθνο-εθνικιστικό σχέδιο του ήταν η δημιουργία μιας συνταγματικής δημοκρατίας και η κατάργηση του οθωμανικού χαλιφάτου. Ο Κεμάλ είχε την πρόθεση να κατασκευάσει μια σύγχρονη κοινωνία στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν ο νέος Τούρκος άνθρωπος-που ήταν κοσμικός, με δυτική θεώρηση και εργατικός. Οι κατευθυντήριες αρχές της Δημοκρατίας, οι οποίες είναι γνωστές ως «οι έξι άξονες του Κεμαλισμού» (ρεπουμπλικανισμός, λαϊκισμός, κοσμικότητα, ρεφορμισμός, κρατισμός και εθνικισμός), είχαν ως στόχο να «ανυψώσουν [την Τουρκία] στα υψηλότερα πολιτισμικά πρότυπα».

Με τον θάνατο του Ατατούρκ το 1938, οι υποστηρικτές του Κεμαλισμού δεν έχασαν τον ζήλο τους. Αν μη τι άλλο, οι ιδέες του έχασαν τις όποιες αποχρώσεις τους καθώς οι πολιτικές ελίτ της χώρας χρησιμοποίησαν τον κεμαλισμό και ερμηνευτικές αποκλίσεις του για να επιτεθούν και να υπονομεύσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Στην Τουρκία γίνονταν πολυκομματικές εκλογές από το 1950, και αν κι αυτό έχει οδηγήσει σε μια ιλιγγιώδη σειρά κυβερνήσεων συνασπισμού, ουδέποτε παρήγαγε μια δημοκρατία. Το ίδιο το γεγονός ότι η δημοκρατία οικοδομήθηκε πάνω στην «τουρκικότητα» απαιτούσε από τους ηγέτες της χώρας να καταστείλουν κάθε έκφανση κουρδικής ταυτότητας. Και λόγω της ιδιαίτερα επιθετικής εκδοχής κοσμικού κράτους που έχει η Τουρκία, κατά την οποία η κυβέρνηση διευθετεί τα ζητήματα θρησκευτικής πρακτικής, οι έκφραση της θρησκευτικής ταυτότητας αποτελούσε απειλή για το κεμαλικό πολιτικό σύστημα.

 

Ο Μουσταφά Κεμάλ στα χαρακώματα της Καλλίπολης, το 1915. (Wikimedia)

Ήταν αυτό το σύστημα -η κληρονομιά του Ατατούρκ- που το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (γνωστό με το τουρκικό ακρωνύμιο του, ΑΚΡ) προσπαθεί να ανατρέψει από τότε που ανήλθε στην εξουσία το 2002. Καθώς προερχόταν από το Ισλαμικό κίνημα της Τουρκίας, η δέσμευση του ΑΚΡ στον Κεμαλισμό ήταν ύποπτη από την αρχή. Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και άλλοι ηγέτες του κόμματος προσποιούνταν συχνά ότι αναγνωρίζουν την αξία της ηγεσίας του Ατατούρκ και υπάκουα τοποθετούσαν περίτεχνα στεφάνια στο μαυσωλείο του Ατατούρκ στην Ημέρα της Δημοκρατίας και την επέτειο του θανάτου του Μουσταφά Κεμάλ. Ωστόσο, η αμφιθυμία του ΑΚΡ είναι προφανής σε όλους. Αντί να γιορτάζει τον κεμαλικό εθνικισμό όπως κάθε καλός Τούρκος ηγέτης, ο Ερντογάν τιμά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Εκείνη που για τον Ατατούρκ και τους οπαδούς του αποτελούσε περίοδο διαφθοράς, βίας και σκοταδισμού, για τον Ερντογάν και τους δικούς του συντελεί έξι αιώνες κύρους και δόξας. Έτσι, το AKP έχει επιβλέψει τον αναπροσανατολισμό της Τουρκίας στην πορεία πολλών σημαντικών πολιτικών διαστάσεων κατά την τελευταία δεκαετία.

Πέρα από την συμπάθεια που τρέφει για την οθωμανική κληρονομιά της Τουρκίας, το ΑΚΡ προσπάθησε να καταστρέψει τα προπύργια του κεμαλισμού που κυριαρχούσαν παραδοσιακά στην ρεπουμπλικανική εποχή. Αυτά περιλαμβάνουν μεγάλες οικογενειακές εταιρείες χαρτοφυλακίου, ακαδημαϊκούς, μερίδα του Τύπου (οποιαδήποτε κριτική κατά του ΑΚΡ από κάθε γωνιά των μέσων ενημέρωσης είναι πιθανό να έρθει αντιμέτωπη με κυβερνητικά αντίποινα), και, το σημαντικότερο, την στρατιωτική διοίκηση. Γενικά, δεν είναι λανθασμένη η διάσπαση του μετώπου των ολιγαρχών, των στρατιωτικών και των υποστηρικτών τους, αν αυτό γίνεται για το συμφέρον του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος. Κι αυτή ακριβώς είναι η δικαιολογία που χρησιμοποίησαν ο Ερντογάν και οι συνεργάτες του για την συμπεριφορά τους στο παρελθόν. Αλλά μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια στην εξουσία, είναι σαφές ότι ενδιαφέρονται λιγότερο για την οικοδόμηση μιας δημοκρατίας και περισσότερο για την αντικατάσταση της κεμαλικής τάξης με κάποια που θα αντικατοπτρίζει τις δικές τους αξίες και ιδανικά, σφυρηλατημένη σε αντίθεση με τις μεταρρυθμίσεις του Ατατούρκ.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, το ΑΚΡ δεσμεύτηκε για την ένταξη της χώρας στην ΕΕ στην αρχή της θητείας του, αλλά πιστεύει σαφώς ότι το μέλλον της Τουρκίας βρίσκεται στην ηγεσία της στην Μέση Ανατολή και τον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο. Οι ίδιοι οι Κεμαλιστές έχουν μια πολύπλοκη σχέση με την Δύση. Ακόμη κι αν γιορτάζουν την οθωμανική νίκη επί των δυτικών αυτοκρατορικών δυνάμεων στην Καλλίπολη και δείχνουν βαθιά δυσπιστία απέναντι στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιθυμούν απεγνωσμένα να γίνουν δεκτοί από τις δυνάμεις αυτές. Το ΑΚΡ, το οποίο προώθησε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κόμμα τον στόχο αυτό, απορρίπτει παρ’ όλα αυτά την ιδέα ότι η Δύση αποτελεί την αποθέωση του πολιτισμού. Δεν είναι μόνο ότι η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε να θεωρείται ξεπερασμένη κατά την δεκαετία που μεσολάβησε από την στιγμή που το ΑΚΡ ανήλθε στην εξουσία ούτε το ότι είναι κοινώς αποδεκτό το γεγονός πως οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κηρύξει πόλεμο κατά του Ισλάμ τα τελευταία 12 χρόνια. Πιο βαθιά, οι θεωρητικοί του κόμματος πιστεύουν ότι οι δυτικοί θεσμοί είναι εγγενώς ξένοι στην μουσουλμανική κοινωνία, που σύμφωνα με το AKP αποτελεί το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της Τουρκίας.

 

Ένας άντρας τραβάει μια φωτογραφία κοντά σε νεκροταφείο αφιερωμένο σε Τούρκους στρατιώτες πριν από τον εορτασμό της 100ης επετείου της Μάχης του Τσανάκαλε, μέρους της εκστρατείας στην Καλλίπολη, στις 17 Μαρτίου 2015. (Osman Orsal / Reuters)

Τίποτα δεν θα αντιπροσώπευε καλύτερα την απομάκρυνση από τα ιδανικά της σύγχρονης Τουρκίας από μια μετατόπιση από την εκκοσμίκευση. Ο Ερντογάν και το ΑΚΡ έδειξαν ότι δεν θα προβούν σε αυτό το βήμα, ακόμη κι αν επανέφεραν την θρησκεία στην δημόσια ζωή. Δεν είναι πιθανό να επανέλθει ο ισλαμικός νόμος στην Τουρκία, αλλά το ΑKΡ έχει επιβλέψει τον εξισλαμισμό των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών της Τουρκίας. Αυτή είναι μια διαδικασία στην οποία οι ισλαμικοί νομικοί κώδικες, κανόνες και αρχές είτε ενσωματώνονται σε υφιστάμενες νομοθεσίες είτε αντικαθίστανται. Γειώνοντας ορισμένα ιδρύματα στα ισλαμικά δόγματα, το AKP έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η θρησκεία διαδραματίζει έναν μεγαλύτερο ρόλο στο σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και περιοχών που δεν έχουν άμεσα εξισλαμισθεί. Αυτό αποτελεί μέρος ενός πολιτικού σχεδίου με το οποίο το ΑΚΡ ενθαρρύνει τους Τούρκους να εξερευνήσουν τις μουσουλμανικές τους ταυτότητες ελεύθερα.

Η 100η επέτειος της εκστρατείας στην Καλλίπολη θα περάσει με μεγάλη ευλάβεια για την ικανότητα των οθωμανικών δυνάμεων να επιβιώσουν των επιθέσεων των βρετανικών, γαλλικών και των συμμαχικών εισβολέων, αλλά υπάρχει μια βαθιά αμφιθυμία σχετικά με την ερμηνεία αυτής της νίκης. Η Καλλίπολη αντιπροσωπεύει την αρχή για κάτι νέο, ή αποτελεί σύνδεσμο με το ιστορικό μεγαλείο; Η απάντηση είναι πραγματικά εύκολη. Στην εξαιρετικά πολωμένη Τουρκία, όσοι βλέπουν την εποχή του ΑΚΡ με φρίκη, θεωρούν πως η Καλλίπολη ήταν μια στιγμή για την οποία αξίζει να υποκλιθούν στον Ατατούρκ και όλα όσα εκείνος πέτυχε στην επαύριο της μάχης. Ωστόσο, όπως και οι ανώτεροι διοικητές που αισθάνθηκαν δυσφορία με την παρρησία και στρατιωτική οξύτητα του νεαρού αντισυνταγματάρχη, οι σημερινοί Οθωμανοί ηγέτες της Τουρκίας θα υποβαθμίσουν τα επιτεύγματα του Ατατούρκ στην Καλλίπολη και θα γιορτάσουν το οθωμανικό μεγαλείο.