Του Ευαγγέλου Γριβάκου, Αντιστρατήγου ε.α- Νομικού

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κηρύσσει την Επανάσταση στην Πάτρα. (Ζωγραφικός πίνακας του Lapparini, Αθήνα- Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

Με το υπ΄αριθ. 980 Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα, που εκδόθηκε την 15η Μαρτίου 1938 κατόπιν προτάσεως του τότε Υπουργού επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γεωργίου Γλαράκη, η 25η Μαρτίου 1821, αναγνωρίσθηκε επίσημα ως «ημέρα ενάρξεως του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους» και ορίσθηκε όπως εορτάζεται «εις το διηνεκές» ως Εθνική Εορτή, συγχρόνως με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Ο πρώτος επίσημος εορτασμός στην Αθήνα έγινε το ίδιο έτος (1938) στον επί της οδού Αιόλου Ι. Ναό της Αγ. Ειρήνης, με την συμμετοχή των βασιλέων Όθωνος και Αμαλίας, πολιτικών και στρατιωτικών Αρχών, ξένων πρεσβειών, των εν ζωή αγωνιστών της Επανάστασης όπως οι Κολοκοτρώνης, Κουντουριώτης, Νικηταράς, Μακρυγιάννης κλπ και πλήθους κόσμου.

 Εν τούτοις, τις τελευταίες, κυρίως, δύο δεκαετίες, ορισμένοι ιστορικοί, πολιτικοί, κομματικοί, και εκπαιδευτικοί κύκλοι, με προμετωπίδα την δημιουργία μιας επίπλαστης «προοδευτικής» ιστοριογραφίας διεθνιστικών τάσεων, προσπαθούν να ανατρέψουν την συνέχιση αυτού του συν-εορτασμού ή, τουλάχιστον, να αναδείξουν την καθιέρωσή του ως κακώς γενομένη, προβάλλοντας το ιστορικά αληθές επιχείρημα ότι η Επανάσταση δεν κηρύχτηκε την 25η Μαρτίου 1821 από τον Π.Π. Γερμανό (κατά κόσμο Χρυσόστομο Σκλήφα) στην Μονή της Αγ. Λαύρας στα Καλάβρυτα, ούτε κανένα Λάβαρο υψώθηκε εκεί την συγκεκριμένη ημερομηνία. Κατά τους κύκλους αυτούς, η σύμπτωση της έκρηξης της Επανάστασης με τον Ευαγγελισμό δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ένας μύθος ο οποίος πλάσθηκε χωρίς προηγούμενη ιστορική έρευνα και σαφώς εφευρέθηκε εκ των υστέρων με σκοπό να συνδεθεί η Επανάσταση[...] με την υπόσχεση της Ελεύσεως του Σωτήρα κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και τις ευλογίες της εκκλησιαστικής ηγεσίας»[1]. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλειος Κρεμμυδάς, ο οποίος σε άρθρο του με τίτλο «Η εθνική γιορτή στο σχολείο», (εφ. “ΕΠΟΧΗ”, 17-3-2007), γράφει ότι ο συνδυασμός των συμβολισμών της γέννησης του Χριστού και του ελληνικού κράτους « δεν είναι τυχαία, ούτε αθώα, ούτε ουδέτερα. Είναι μέρος ενός τεράστιου μηχανισμού που εκφράζεται από ένα πλήθος σχέσεων, με κυριότερη τη σχέση στο επίπεδο των πολιτικών, οικονομικών, εκκλησιαστικών εξουσιών (οι οποίες) συμπυκνώνονται σε μία, στην κρατική εξουσία. Μέσα απ’ αυτήν εκφράζονται όλες οι άλλες. Ο ίδιος, εξάλλου, σε άλλο άρθρο του, στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ”, 22-3-2005, με τίτλο «Η Εκκλησία στο Εικοσιένα. Μύθοι και ιδεολογήματα» γράφει ότι στην πραγματικότητα «η Επανάσταση άρχισε σε δύο ημερομηνίες. Στις 22 Φεβρουαρίου, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στις 23 Μαρτίου, στην Καλαμάτα. Όμως, επειδή ήθελαν να συνδεθεί η εθνική εορτή με την Εκκλησία, προτίμησαν την 25η Μαρτίου που είναι και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου…..».

Η θεωρία ότι η 25η Μαρτίου 1821 ορίσθηκε επίσημα με το ΒΔ του 1938 σε συνέργεια Πολιτείας και Εκκλησίας προκειμένου να εξυπηρετηθούν ιδιοτελή συμφέροντα της τελευταίας, είναι, κατά την επιεικέστερη έκφραση, αβάσιμη. Και υπάρχουν σαφείς αποδείξεις περί τούτου. Σύμφωνα με τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, προγενέστερα ( από το 1820) είχε ορίσει αυτήν ως ημερομηνία έναρξης «για τον ξεσηκωμόν του Έθνους», ακριβώς επειδή συνέπιπτε με τον εορτασμό του Ευαγγελισμού, στον οποίον ήθελε να προσδώσει μια καινούργια συμβολική σημασία «ως ευαγγελιζόμενον την πολιτικήν λύτρωσιν του Έθνους» [2]. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως αναφέρει στη «Διήγηση Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836», Αθήνησιν 1846, σελ.47-48, έλαβε «γράμματα» από τον Υψηλάντη με τα οποία εκείνος τον πληροφορούσε ότι η ημέρα του ξεσηκωμού θα ήταν η 25η Μαρτίου, ώστε μέχρι τότε να είναι έτοιμος : «….εις τα ΄20 μέ ήλθαν γράμματα από τον Υψηλάντη δια να είμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι ειδικοί μας, 25 Μαρτίου ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως». Και πράγματι, από τότε ο Κολοκοτρώνης έστελνε συνεχώς μηνύματα σε όλον τον Μοριά «…την ημέραν του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθεί». Βασιζόμενο στον ανωτέρω σχεδιασμό του Υψηλάντη που προσπάθησε να υλοποιήσει ο Κολοκοτρώνης, το «Επαρχιακό Κριτήριο της Τριπολιτζάς» (είδος δικαστικού οργάνου της εποχής), σε έγγραφό του με χρονολογία 1823, θεωρεί την 25η Μαρτίου 1821 ως απαρχή της Επανάστασης με την φράση ότι «η αποστασία (σημ.συντ. δηλ. η Επανάσταση) ηκολούθησε εις τας 25 Μαρτίου (1821)»[ 3].

Ετσι, η 25η Μαρτίου 1821 έγινε για όλους τους ραγιάδες η «από χρόνων προσδοκώμενη» άγια ημέρα του ξεσηκωμού. Άλλο είναι το θέμα ότι για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω αυτός ο ξεσηκωμός άρχισε μερικές ημέρες νωρίτερα. Επιπρόσθετα, ένας άλλος, σπουδαίος λόγος, επιλογής της 25ης Μαρτίου ήταν ότι ο αρχικός σχεδιασμός της Φιλικής Εταιρείας προέβλεπε όπως η Επανάσταση εκδηλωθεί ταυτόχρονα από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, τον Μοριά και την Ρούμελη μέχρι την Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου και, ει δυνατόν, μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Ασχέτως αν τούτο στην πράξη δεν κατέστη δυνατόν, θα έπρεπε να καθορισθεί μια ημέρα ευρέως γνωστή σε όλους στους Έλληνες προκειμένου να συντονίσουν την μεταξύ τους επαναστατική δράση. Και ως καταλληλότερη επελέγη αυτή της 25ης Μαρτίου.

Προ του 1938 ως Εθνικές Εορτές θεωρούνταν – αλλά δεν εορτάζονταν επισήμως - η 1η Ιανουαρίου 1822 κατά την οποίαν ψηφίστηκε από την πρώτη Εθνοσυνέλευση της Πιάδας (παλαιάς Επιδαύρου) το πρώτο Σύνταγμα («Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος»), το οποίο «έδωσε στο Ελληνικό Κράτος την πολιτική του ταυτότητα»[4] και η 24η Φεβρουαρίου 1821, όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης [5], διαβάς τον Προύθο ποταμό δύο ημέρες νωρίτερα ως επικεφαλής του Ιερού Λόχου, ύψωσε την Σημαία της Επανάστασης στο Ιάσιο της Μολδαβίας, πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού της Διασποράς στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Μετά τις πρώτες επιτυχίες ο Τσάρος της Ρωσίας θα αποκηρύξει την Επανάσταση και τον Υψηλάντη και ο Ιερός Λόχος θα ηττηθεί στο Δραγατσάνι από υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις. Αυτές, λοιπόν, τις δύο ημερομηνίες οι εν λόγω κύκλοι επιδιώκουν σε αντικατάσταση της 25ης Μαρτίου, με ιδιαίτερη βαρύτητα την δεύτερη.

Μετά από όλα αυτά αναφύεται το ρητορικό ερώτημα γιατί όλη αυτή η πολεμική κατά της 25ης Μαρτίου, αφού ολόκληρος ο Ελληνισμός γνωρίζει ότι είναι μια συμβολική ημερομηνία η οποία έχει αναγνωρισθεί ως Εθνική Επέτειος και, πλέον του ενάμιση αιώνα, έχει μετουσιωθεί σε ιερό και τιμώμενο θεσμό, που ουδόλως παραχαράσσει την Ιστορία, αλλά, αντίθετα, προβάλλει παγκοσμίως την Ελλάδα. Σε τι θα ωφελήσει πραγματικά η υιοθέτηση μιας εκ των δύο εναλλακτικών ημερομηνιών ; Μήπως πρόκειται να μεγαλύνει έτι περισσότερο την δόξα του ’21; Η απάντηση είναι η εξής αυτονόητη : Τίποτα από όλα αυτά. Απλά επιδιώκεται η αποσύνδεση της Επανάστασης από την Εκκλησία και η δημιουργία εντυπώσεων στους Νεοέλληνες ότι αυτή (η Επανάσταση) ήταν προϊόν του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και ότι η Εκκλησία καπηλεύθηκε την ιδεολογία και τους ιερούς σκοπούς της και για να απαλλαγεί από το άγος της αποδοχής του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ να αφορίσει την Επανάσταση, σύμφωνα με απαίτηση του Σουλτάνου, άσχετα αν αυτή η κατ΄ανάγκη αποδοχή έγινε για να σωθούν από περαιτέρω σφαγές χιλιάδες Χριστιανών. Εδώ, όμως, διαπράττεται το μοιραίο σφάλμα. Διότι ο τότε δεινοπαθών, πλην ευσεβής, Ελληνικός Λαός, παραβλέποντας τα τυχόν σφάλματα που έκανε σχετικά με την Επανάσταση η Εκκλησία ως ανθρώπινος Οργανισμός (και όχι σαν Σώμα Χριστού), με Πίστη ακλόνητη στήριξε τις ελπίδες του και τους αγώνες του για Λευτεριά στην Θεία Αρωγή της Θεοτόκου την Οποίαν ενσυνείδητα θεωρούσε ότι τιμά με την αποδοχή της συμβολικής σύμπτωσης του Εορτασμού Επανάστασης-Ευαγγελισμού. Αψευδείς μάρτυρες τα συνθήματα του αγώνα όπως, «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», «Για του Χριστού την Πίστη τη αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία», «Ο θεός έβαλε την υπογραφή του για την λευτεριά της Ελλάδος και δεν την παίρνει πίσω» κλπ. Ο Φώτης Κόντογλου σε μια αποστροφή του βιβλίου του «Πονεμένη Ρωμιοσύνη» γράφει : «Για τούτο πίστη και πατρίδα είχανε γίνει ένα και το ίδιο πράγμα και η λευτεριά που ποθούσανε δεν ήτανε μόνο η λευτεριά που ποθούνε όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουνε την αγιασμένη πίστη τους, που μ’ αυτήν ελπίζανε να σώσουνε την ψυχή τους». Εξ άλλου, και σε περίπτωση κατά την οποίαν γίνονταν αποδεκτή ως επίσημη Εθνική Εορτή η εναλλακτική ημερομηνία 22α Φεβρουαρίου 1821, πάλι θα εμπλέκονταν η Εκκλησία, διότι τέσσερεις ημέρες αργότερα (την 26η Φεβρουαρίου) , στις παραδουνάβιες περιοχές, ο Μητροπολίτης Ιασίου Βενιαμίν, παρουσία και του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ευλόγησε εντός του Ναού των Τριών Ιεραρχών της πόλεως την Σημαία Επανάστασης, υπό τον ξέφρενο ενθουσιασμό των στρατιωτών και του πλήθους. Επιπροσθέτως, στις μεγαλύτερες επαναστατικές εστίες της μητροπολιτικής Ελλάδος, η ευλογία των όπλων από ιερωμένους αναπτέρωνε το ηθικό και τις ελπίδες των επαναστατών και συνέδεε τον ξεσηκωμό του Γένους με την Εκκλησία.

Στη συνέχεια του άρθρου παρατίθενται κατά χρονολογική τάξη οι διεργασίες και τα συμβάντα που οδήγησαν στην έκρηξη και αρχική εξάπλωση της Επανάστασης, ώστε αβίαστα να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς την αναμφισβήτητη ιστορική αξία αυτής και την αδήριτη εθνική ανάγκη του συμβολικού εορτασμού της 25ης Μαρτίου.

Περί τα τέλη του 1820, οι έντονες φήμες για εξέγερση των Ελλήνων ανησύχησαν τον Σουλτάνο ο οποίος ανέθεσε στον βαλή (διοικητή) της Πελοποννήσου Χουρσίτ Πασά, να λάβει μέτρα για διασφάλιση της τάξεως. Την 1η Νοεμβρίου, ο Χουρσίτ κάλεσε στην Τρίπολη τους προεστούς όλης της Πελοποννήσου, οι οποίοι έσπευσαν να τον διαβεβαιώσουν ότι οι φήμες ήταν ψευδείς και αστήρικτες και, κατόπιν αυτού, έφυγε ήσυχος για την εκστρατεία του κατά του Αλή Πασά, στα Γιάννενα. Με την είσοδο του νέου έτους (1821) οι επαναστατικές διαθέσεις των Ελλήνων αυξήθηκαν, γνωρίζοντας ότι η ημέρα της Επανάστασης πλησιάζει. Τότε, μεταξύ 26ης και 29ης Ιανουαρίου 1821, οι πρόκριτοι και αρχιερείς της βορείου Πελοποννήσου ( Αχαḯας, Αιγιαλείας και Τριφυλίας) αποφάσισαν να συναχθούν στην Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο) για λήψη τελικών αποφάσεων. Στη σημαντική αυτή σύναξη μετείχαν ο Π.Π. Γερμανός και ο Παπαφλέσσας, ο οποίος με την ανάπτυξη φανταστικού σχεδίου δράσης, επεδίωξε να παρασύρει τους παρισταμένους σε επίσπευση της Επανάστασης, μεταφέροντας, δήθεν, σίγουρες πληροφορίες ότι ο τσάρος της Ρωσίας προτίθετο να υποστηρίξει τον αγώνα τους. Εκείνοι, όμως, έκριναν τα λόγια του Παπαφλέσσα ως στερούμενα αξιοπιστίας και τούτο προκάλεσε σφοδρότατες λογομαχίες μεταξύ αυτού και των Σωτ. Χαραλάμπη, Ανδρ. Ζαḯμη και Π.Π. Γερμανού. Ο τελευταίος, μάλιστα, τον αποκάλεσε «άρπαγα, απατεώνα και εξωλέστατο», για να λάβει από τον ίδιο την απάντηση : «Εν τάξει, (τότε) όποιον πιάσουν οι Τούρκοι ας τον σκοτώσουν». Τελικά αποφάσισαν να μην αναλάβουν καμία πρωτοβουλία αλλά να αναμείνουν την άφιξη του Δημ. Υψηλάντη στην Μάνη για να ξεκινήσει ο ίδιος την Επανάσταση, όπως είχε προγραμματισθεί. Μάλιστα, ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης και τις προθέσεις της Ρωσίας, συζήτησαν και για εναλλακτικές ημερομηνίες την 23η Απριλίου, εορτή του Αγ. Γεωργίου, την 21η Μαḯου, εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ή την 29η Μαḯου, ημερομηνία πτώσεως της Κωνσταντινούπολης, « εκτός εάν λάμβαναν πρόσκληση για την Τριπολιτσά» [6].

Μερικές από τις ενδείξεις για επικείμενη Επανάσταση ήταν, η παραγωγή μπαρουτιού σε ποσότητες μεγαλύτερες των επιτρεπόμενων στους μπαρουτόμυλους των αδελφών Σπηλιωτόπουλου στην Δημητσάνα, η άφιξη του Κολοκοτρώνη στην Μάνη, η ανεύρεση των στοιχείων που υπήρχαν στα έγγραφα που έφερε μαζί του με προορισμό τον Αλή Πασά στα Γιάννενα, ο φονευθείς το 1820 παρά την Νάουσα φλογερός απόστολος της Φιλικής Εταιρείας Δημήτριος Ύπατρος, η καταγγελία από κάποιον παπα-Παντελή σε Τούρκο της Κορίνθου ότι η σύναξη στην Βοστίτσα έκρυβε ύποπτους σκοπούς, η προειδοποίηση από τον πρόκριτο της Τριπολιτσάς Σωτήρη Κουνιά προς Τούρκο αξιωματούχο ότι οι ραγιάδες σκέπτονταν να πάρουν τα όπλα κλπ.

Υπό αυτές τις συνθήκες οι Τούρκοι άρχισαν να λαμβάνουν τα πρώτα κατασταλτικά μέτρα. Ο καϊμακάμης (υποδιοικητής) της Πελοποννήσου Μεχμέτ Σαλίχ, εξουσιοδοτήθηκε από τον Σουλτάνο να καλέσει στην Τριπολιτσά, να φυλακίσει, και εν ανάγκη, να θανατώσει τους προκρίτους, τους αρχιερείς και όλους τους εν γένει επιφανείς άνδρες της Πελοποννήσου. Ταχύτατα εξαπολύθηκαν αγγελιαφόροι με γραπτές εντολές προς τους παραλήπτες «να προσέλθουν στην Τρίπολη για σύσκεψη με τον καϊμακάμη σχετικά(δήθεν) με τις φοροεισπράξεις». Παρότι η γενική αίσθηση ήταν ότι επρόκειτο για παγίδα, αρκετοί πρόκριτοι και αρχιερείς (24-25 άτομα) αποφάσισαν να ανταποκριθούν στην πρόσκληση και να πάνε στην Τριπολιτσά[7]. Στην κρίσιμη καμπή της Επανάστασης, μια τέτοια απόφαση αποτελούσε αναγκαία θυσία διότι οι προύχοντες αυτοί, μολονότι γνώριζαν ότι θα θανατωθούν, προτίμησαν να παρουσιαστούν στον καϊμακάμη για να διασκεδάσουν τις υποψίες των Τούρκων και να μην δώσουν αφορμές για αντίποινα. Με την άφιξή τους στην Τριπολιτσά, κλείσθηκαν στις φυλακές και, στη συνέχεια, εκτελέστηκαν άπαντες πλην των : Αναστάστιο Μαυρομιχάλη, Ιω. Καραμάνο, Σωτ. Νοταρά, Αντ. Καραπατά και Α. Καπανίτσα, και των Επισκόπων Ανδρούσης, Τριπόλεως και Κορίνθου. Αλήθεια ποιος θα μπορούσε να τους αρνηθεί σε αυτούς τους ανθρώπους μια περίοπτη θέση στον μακροσκελή κατάλογο των Μαρτύρων του ΄21;

Οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι που συμμετείχαν στη σύσκεψη της Βοστίτσας, δεν προσήλθαν στην Τριπολιτσά φοβούμενοι ότι θα ήταν οι πρώτοι που θα ενοχοποιούνταν λόγω της συμμετοχής τους στη σύσκεψη. Μερικοί εκ των μη προσελθόντων ήταν: Π.Π.Γερμανός, Παπαφλέσσσας, o Κερνίκης Προκόπιος, Ανδρέας Ζαḯμης, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, Ανδρέας Λόντος, Παναγιώτης Κρεββατάς, Σωτήρης Χαραλάμπης και άλλοι. Ο καϊμακάμης τους στέλνει δεύτερη πρόσκληση και ταυτόχρονα ο Ανδρέας Ζαḯμης λαμβάνει ένα γράμμα από τον Τριπολιτσιώτη φίλο του Γεώργιο Μπηλίδα, ο οποίος τον συμβουλεύει να μην μεταβεί κανένας στην Τριπολιτσά γιατί θα τους φόνευαν όλους. Μετά από αυτό οι πρόκριτοι αποφασίζουν και πάλι να μην παρουσιαστούν αλλά για να αποφύγουν προς το παρόν την πίεση έστειλαν στη θέση τους κάποιον Ανδρέα Καλαμογδάρτη, που δεν ήταν μυημένος στην Φιλική Εταιρεία. Εν τω μεταξύ ο Π.Π. Γερμανός που βρίσκονταν ακόμη στην Πάτρα, αντιλαμβανόμενος τους Τούρκους να είναι εξαγριωμένοι και προβλέποντας, όπως λέγει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, «ότι η εις Τριπολιτζάν συνέλευσις είναι ολεθρία δια τους Προκρίτους», εγκαταλείπει την πόλη και την Κυριακή της Ορθοδοξίας (27 Φεβρουαρίου), φθάνει στα Καλάβρυτα και από εκεί, περί την 5η Μαρτίου, στην Αγία Λαύρα. Και για να μην δώσει λαβή σε υποψίες προσποιείται ότι «πάσχει από ρευματισμούς εις τους πόδας και έμεινε στο κρεββάτι».

Στα Καλάβρυτα, τώρα, άρχισαν να συρρέουν οι Αχαιοί πρόκριτοι και αρχιερείς για λήψη περαιτέρω αποφάσεων. Η θέση τους ήταν πραγματικά τραγική και επικίνδυνη. Από την μια δεν ήθελαν να πάνε στην Τρίπολη και από την άλλη φοβόνταν την καταδίωξη. Όμως η Επανάσταση ήταν «προ των πυλών». Τότε, για να μη δείξουν ότι είναι απείθαρχοι, συνέταξαν ένα πλαστό γράμμα δήθεν απευθυνόμενο προς αυτούς τους ίδιους εκ μέρους ενός (υποτιθέμενου) φίλου Τούρκου της Τριπολιτσάς, ανυπόγραφο, το οποίο έλεγε ότι μερικοί Τούρκοι αγάδες της Τριπολιτσάς, με αφορμή τις φήμες για Επανάσταση έπεισαν την Διοίκηση να θανατώσει τους σημαντικότερους πρόκριτους της Πελοποννήσου και τους συνιστούσε (ο υποτιθέμενος φίλος) να κρυφτούν οπωσδήποτε. Αυτό το γράμμα το έδωσαν σε ένα έμπιστο άνθρωπό τους από το Σούβαρδο, ο οποίος – καλά δασκαλεμένος – το «παρέδωσε» (υποτίθεται) σε αυτούς, όταν την 9η Μαρτίου κίνησαν από τα Καλάβρυτα με προορισμό την Τριπολιτσά και πλησίαζαν στο χωριό Καρνεούς. Οι παραλήπτες του γράμματος προσποιήθηκαν ότι φοβήθηκαν, δημιούργησαν μεγάλο θόρυβο ώστε το θέμα να φθάσει μέχρι τον καϊμακάμη, ανέκοψαν την πορεία τους προς Τριπολιτσά και την επόμενη 10 Μαρτίου επέστρεψαν όλοι στην Αγία Λαύρα, όπου είχαν έλθει και πρόκριτοι και από άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Μερικά από τα ονόματα των συναθροισθέντων ήταν : Ο Π.Π. Γερμανός, ο Ασημάκης Ζαḯμης, ο Ασημάκης Φωτήλας, ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Παναγιώτης Φωτήλας, ο Ανδρέας Ζαḯμης, ο Ανδρέας Λόντος και ο Κερνίκης Προκόπιος. Κατά τις συζητήσεις τους κατέληξαν μεν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει άλλη λύση από την Επανάσταση, αλλά αποφάσισαν να μην δώσουν καμία αφορμή στους Τούρκους, παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις. Και αν οι Τούρκοι ήθελε ασκήσουν βία επάνω τους, να εγκαταλείψουν τον Μοριά. Αν, όμως, ξεσπούσαν και κατά του πληθυσμού, τότε όλοι μαζί να πάρουν τα όπλα και από εκεί και πέρα, ο Θεός βοηθός. Υπέρμαχος αυτής της άποψης ήταν και ο Γερμανός ο οποίος πάντοτε είχε επιφυλάξεις για την επιτυχία της άμεσης και φανερής εκδήλωσης της Επανάστασης. Γράφει ακριβώς στα «Απομνημονεύματά» του : «Ειδέ και καθολικεύσει το πράγμα η (τουρκική) Διοίκησις και μεταχειρισθή τα όπλα και την βίαν γενικώς εναντίον των ομογενών, τότε εξ ανάγκης ημείς αυτοί να λάβωμεν τα όπλα και να κινήσωμεν και τους άλλους ομογενείς εις υπεράσπισιν εαυτών». Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Γερμανός δεν ωραιοποιεί καθόλου τα γεγονότα αλλά, αντίθετα, με πρωτοφανή ειλικρίνεια τα απομυθοποιεί, χωρίς, πιθανώς, να συνειδητοποιεί το σημασιολογικό μέγεθός τους.

Για την κατάληξη των συζητήσεων στην Αγία Λαύρα, έχουμε επαρκή πληροφόρηση από τα «Απομνημονεύματα» του Φωτίου Χρυσανθακόπουλου ή Φωτάκου (1798-1878), μετέπειτα υπασπιστή του Κολοκοτρώνη, όπου εκτενώς αναφέρεται η κρίσιμη ομιλία του Ασημάκη Φωτήλα, όστις δικαιολόγησε την άποψη ότι η Επανάσταση έπρεπε να αποφασισθεί αμέσως με τον εξής διαφωτιστικό λόγο: «Ό,τι εδυνήθημεν εκάμαμεν μέχρι τούδε και αρκετά εμακρύναμε τον καιρόν, αλλ’ εις το εξής οι Τούρκοι δεν μας πιστεύουν, όσον και αν προσπαθήσωμεν να τους ξεγελάσωμεν, ώστε όπως έφθασαν τα πράγματα αυτοί θα κόψουν τα κεφάλια μας, και όχι μόνο τα δικά μας αλλά και όλων των χριστιανών [……]. Αλλ’ η γνώμη μου είναι να πιάσωμεν τα όπλα και ο Θεός να μας βοηθήσει και ό,τι γείνει ας γείνει. Αν γλυτώσει δε κανείς από ημάς και φύγει και πάει κάπου αλλού, εις τους χριστιανούς πιστεύω, θα του δώσουν ένα κομμάτι ψωμί να φάγη, διότι θα είπη ο κόσμος, επολέμησαν οι κακόμοιροι δια την σωτηρία των το μεγάλο θηρίο της Οικουμένης αλλά δεν ενίκησαν και είναι άξιοι ελέους. ‘Επειτα και ημείς θα έχωμεν λίγο θάρρος εις τούτο, ότι εκάμαμε το χρέος μας (σελ.63-64)»[8]. Πρόκειται για μια από τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες του Αγώνα που δείχνει ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα σε ένα αγώνα ζωής ή θανάτου. Η πρόταση του Φωτήλα βρήκε σύμφωνους όλους τους παρόντες. Η Επανάσταση είχε, πλέον, αμετάκλητα αποφασιστεί από τους πρωτεργάτες της. Και την μεγάλη αυτή απόφαση οι λόγιοι, οι καλλιτέχνες και ο Λαός μας ενέδυσαν αργότερα με τον μανδύα της αίγλης και του θρύλου.

Η εορτή του Αγίου Αλεξίου που θεωρείτο προστάτης και πολιούχος της Μονής της Αγίας Λαύρας την 17η Μαρτίου, αποτέλεσε μια ανεπανάληπτη ευκαιρία για τον Γερμανό ο οποίος αποφασίζει να μιλήσει προς τους παριστάμενους προσκυνητές και να υψώσει για πρώτη φορά το ιερό Λάβαρο της Επανάστασης του ’21 με τα εξής λόγια : « Αδέλφια, ήλθε η ώρα. Δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω. Όποιον από εμάς βρουν χωρίς όπλα θα τον σφάξουν. Πάρτε όλοι από ένα όπλο και φυλάξετε τον εαυτόν σας και τις οικογένειές σας». Αυτό τον ποιμαντικό λόγο δημοσίευσαν αργότερα η γαλλική εφημερίδα «LeConstitutionnel» και οι «ΤImes» του Λονδίνου, 21η Ιουνίου 1821. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τα θρυλούμενα για την 25η Μαρτίου στην Αγ. Λαύρα αποτελούν πράγματι μια ιστορική πραγματικότητα η οποία, όμως, συνέβη μερικές ημέρες νωρίτερα.

Εις εφαρμογή των συμφωνηθέντων, οι αγωνιστές της Αγ. Λαύρας, ως άλλοι Απόστολοι ξεχύθηκαν σε ολόκληρη την Αχαḯα για την προετοιμασία του Επαναστάτη Λαού, εν αναμονή της μεγάλης ημέρας. Ο Γερμανός πήγε στην Μονή της Χρυσοποδαρίτισσας, στα Νεζερά, ο Προκόπιος και ο Ανδρέας Ζαḯμης επίσης στα Νεζερά, ο Ασημάκης Ζαḯμης και ο Ασημάκης Φωτήλας στην Κερπινή, ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος στη Ζαρούχλα, ο Παναγιώτης Φωτήλας στο Λιβάρτζι και ο Ανδρέας Λόντος στο Διακοφτό. Σχέδιό τους ήταν να συγκεντρωθούν εκ νέου στην Μονή Ομπλού, (15 χλμ από την Πατρα επί του όρους Ομπλός σε υψόμετρο περίπου 860 μέτρων ), να σχηματίσουν εκεί στρατόπεδο και να βαδίσουν προς Πάτρα. Όμως το «πρώτο» πιστολίδι» ήλθε νωρίτερα, από αυτούς τους ίδιους και τα παλικάρια τους. Την 16η Μαρτίου, ο Νικ. Σολιώτης και ο Αναγνώστης Κορδής, κτύπησαν στο Αγρίδι, ένα χωριό στα βορειοανατολικά του Χελμού, μια μικρή ομάδα Τούρκων φοροεισπρακτόρων. Ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του αναφέρει ότι ο Σολιώτης παρακινήθηκε από τον Παπαφλέσσα να κτυπήσει πρωτύτερα για να διακόψει τις εκτενείς και άκαρπες συνελεύσεις των αρχόντων των Καλαβρύτων και της Πάτρας. Ταυτόχρονα ο σωματοφύλακας του Ασημάκη Ζαḯμη, Χονδρογιάννης, μαζί με τους Λαμπρούλια, Ντόλκα, Δημόπουλο και άλλους, προσβάλλουν στη θέση Χελιδονοφωλιά τη συνοδεία του Σπαή Σεϊδή από το Λάλα, που μετέφερε χρήματα του Δημοσίου. Ο Σεϊδής κατόρθωσε να διαφύγει προς Τρίπολη ακολουθούμενος από τον εκ Βυτίνας καταγόμενο τραπεζίτη Νικ. Ταμπακόπουλο, ο οποίος, όμως, επέστρεψε στα Καλάβρυτα. Επίθεση από ενεδρεύοντες Έλληνες δέχθηκε και ο βοεβόδας Καλαβρύτων Ιμπραήμ Αρναούτογλους καθ’ οδόν προς Ντάρα Τριπολιτζάς. Κατά την επίθεση φονεύθηκαν δύο άνθρωποι του βοεβόδα αλλά ο ίδιος, διαφυγών, επέστρεψε έντρομος στα Καλάβρυτα.

Κατά την 21η Μαρτίου, οι συγκεντρωμένοι στην Μονή της Αγ. Λαύρας, Σ. Θεοχαρόπουλος, Ν. Σολιώτης, Ιω. Παπαδόπουλος και οι Πετμεζαίοι Βασίλειος και Νικόλαος, παραλαβόντες και ένα μικρό κανόνι της Μονής, με δύναμη 600 περίπου ανδρών και με σημαία την επί της Ωραίας Πύλης χρυσοκέντητη Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όρμησαν κατά των Καλαβρύτων. Η πολιορκία δεν κράτησε πολύ και ο Αρναούτογλους με την τουρκική φρουρά της πόλεως γρήγορα αναγκάσθηκαν να παραδοθούν. Στη Βοστίτσα έγιναν περίπου τα ίδια. Οι Τούρκοι με τα πρώτα γεγονότα την εγκατέλειψαν και δια του Κορινθιακού πέρασαν στον δρόμο που έφερνε προς τα Σάλωνα. Ο Ανδρέας Λόντος άδραξε την ευκαιρία, εισήλθε στην πόλη και μέχρι την 24η Μαρτίου ύψωσε σημαία επαναστατική .

Συγχρόνως με την κατάληψη των Καλαβρύτων εκδηλώθηκαν στην Πάτρα τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα. Έντρομοι οι Τούρκοι κλείσθηκαν με τις οικογένειές τους στο φρούριο της πόλης που το χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο, ενώ εκατό περίπου συμπατριώτες τους από το Ρίο έφθασαν εσπευσμένα στην Πάτρα και άρχισαν τους φόνους, τις λεηλασίες και τους εμπρησμούς των ελληνικών περιουσιών. Όσοι εκ των Ελλήνων ήταν εξοπλισμένοι, με επικεφαλής έναν απλό υποδηματοποιό αλλά άνθρωπο με ηγετικά χαρίσματα και πνεύμα επαναστατικό, τον Παναγιώτη Καρατζά, συνεπικουρούμενοι και από Επτανήσιους που ήταν εγκατεστημένοι στην Πάτρα και είχαν αρχηγό τον φαρμακοποιό Νικ. Γερακάρη, συγκρότησαν ταχύτατα ένοπλες ομάδες, ξεχύθηκαν στους δρόμους, συγκρούσθηκαν με τους Τούρκους και τους απώθησαν προς το φρούριο. Την επόμενη (22 Μαρτίου) οι Επτανήσιοι αρχηγοί της Πάτρας ειδοποίησαν τους οπλαρχηγούς της Μονής Ομπλού να σπεύσουν προς βοήθειά τους. Πράγματι την 24η Mαρτίου εισήλθαν πρώτοι στην Πάτρα με τους οπλοφόρους τους ο Μπενιζέλος Ρούφος, ακολουθούμενος από τους οπλαρχηγούς του Σαγιά και Νενέκο και ο Ανδρέας Λόντος, έχοντας υψωμένη μια μεγάλη ερυθρά σημαία που έφερε μαύρο σταυρό επί της μιας της όψεως. Αργότερα ακολούθησαν οι: Π.Π.Γερμανός, Ανδρέας Ζάιμης, Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Κερνίκης Προκόπιος και άλλοι. Όλοι τους κατευθύνθηκαν προς την πλατεία Αγ. Γεωργίου όπου ο Γερμανός έστησε έναν απέριττο ξύλινο Σταυρό μαζί με την σημαία του Λόντου. Ενώπιον του πλήθους των Ελλήνων που προσέτρεξε στην πλατεία, τελέσθηκε δοξολογία και τρισάγιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε μια αποστροφή του λόγου του που ακολούθησε – όπως τον διέσωσε ο Γάλλος πρόξενος στην Πάτρα Πουκεβίλ - ο Γερμανός, μεταξύ άλλων, είπε και τα εξής : «Η ημετέρα Πατρίς, ας αναγγείλουμε και στους δύο κόσμους, (σημ. συντ : της Ανατολής και της Δύσης) είναι η Μακεδονία, η Θεσσαλία, η Ήπειρος, η Ακαρνανία, η Αιτωλία, η Πελοπόννησος, η Εύβοια και το Αρχιπέλαγος εκείνο, εκ των λιμένων του οποίου θα ορμήσωσι πλήθη εξωπλισμένων πλοίων κατά της Ημισελήνου»[9]. Θεώρησε, με άλλα λόγια, πολύ φυσικό να αναφέρει την Μακεδονία ως αναπόσπαστο κομμάτι της Ελληνικής Πατρίδας, εξ ίσου ιερό και απαραβίαστο σε σχέση με τα υπόλοιπα κομμάτια αυτής[10]. Ο Ιεράρχης έκλεισε τον λόγο του με την δέσμευση όρκου «Ελευθερία ή Θάνατος», με τον ορκιζόμενο Λαό να ακουμπά τον υψωμένο Σταυρό, να τον ασπάζεται και να ανακράζει επαναλαμβάνοντας : « Ελευθερία ή Θάνατος».

Η Επανάσταση είχε πλέον ξεκινήσει. Χωρίς διάκριση, άρχοντες και απλοί άνθρωποι, πτωχοί τεχνίτες, βαρκάρηδες, επαγγελματίες, έμποροι, γυναίκες, παιδιά, όλοι τους ύψωναν τις ιαχές θριάμβου τους μαζί με εκείνες των πολεμιστών. «Καλή Ανάσταση», «Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», «Άντε, Ρωμιοί, και στην Πόλη», ηχούσαν στον αέρα και προκαλούσαν ρίγη συγκινήσεως και ελπίδες λευτεριάς. Και ο Γερμανός αγέρωχος εξακολουθούσε να στέκεται δίπλα στον Σταυρό και να υψώνει το χέρι του σε σχήμα ευλογίας προς τους ορκιζόμενους που τον επευφημούσαν.

Την 25η Μαρτίου οι Πατρινοί, Καλαβρυτινοί και Βοστιτσιώτες αρχηγοί σχημάτισαν επιτροπή για την οργάνωση και διεύθυνση του «Ελληνικού Αγώνος», η οποία ονομάσθηκε «Επαναστατικόν Διευθυντήριον των Πατρών». Η πρώτη Πράξη του Δευθυντήριου ήταν η σύνταξη Διακηρύξεως της Ελληνικής Επαναστάσεως που συντάχθηκε από τον Π.Π Γερμανό και διανεμήθηκε την επόμενη ημέρα στους Προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων που έδρευαν στην Πάτρα για να ενημερώσουν τις κυβερνήσεις τους ότι η Επανάσταση έχει λάβει, πλέον, επίσημο χαρακτήρα και ότι χρειάζονταν την εύνοια και υποστήριξή τους, «έχοντας εις μνήνην ότι οι ένδοξοι πρόγονοί μας εφάνησάν ποτε ωφέλιμοι εις την ανθρωπότητα».

Ταυτόχρονα στην Μάνη και την Μεσσηνία διαδραματίζονταν ανάλογα γεγονότα. Την 17η Μαρτίου 1821 ο Μπέης (Ηγεμών) της Μάνης Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ύψωσε στο προαύλιο του Ναού των Αγίων Αποστόλων στην Αρεόπολη, το Λάβαρο της Επανάστασης, συγκείμενο από ένα κομμάτι λευκού υφάσματος με γαλάζιο Σταυρό στο κέντρο και τις φράσεις «Νίκη ή Θάνατος» στην επάνω πλευρά και «Ταν ή επί Τας» στην κάτω. Για να μπορέσει ο Μαυρομιχάλης να ηγηθεί της Επανάστασης κατόρθωσε προηγουμένως να σταματήσει τις πολύχρονες και συχνά αιματηρές αντιζηλίες μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της Μάνης και να πείσει τους εμπειροπόλεμους και σκληροτράχηλους αρχηγούς τους να ξεχάσουν τις μέχρι τότε διαφορές τους και «να λάβωσι από κοινού τα όπλα κατά των Τούρκων», όπως λέει ο Ιωάννης Κολοκοτρώνης. Μετά την συνάθροιση, το Σώμα των Μανιατών, δυνάμεως 2.000 περίπου ανδρών, με τη σύμπραξη και των Μεσσηνίων αρχηγών Αναγνωσταρά, Κεφάλα, Νικηταρά και Παπαφλέσσα, ξεκίνησε από την Αρεόπολη, συνενώθηκε και με άλλους επαναστάτες στις Κιτριές - μια κωμόπολη της Μεσσηνιακής Μάνης, 15 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Καλαμάτας- και κινήθηκε προς Καλαμάτα με σκοπό την απελευθέρωση της πόλης. Κατά την 23η Μαρτίου, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, πρωτότοκος υιός του Πετρόμπεη, εισήλθε προπομπός στην Καλαμάτα και κατέλαβε επίκαιρα σημεία αυτής. Ακολούθησε ο Πετρόμπεης με την κύρια δύναμη, χωρίς να συναντήσει καμία αντίσταση εκ μέρους των Τούρκων που παρέμειναν κλεισμένοι στα σπίτια τους, με πρώτο και καλύτερο τον βοεβόδα της Καλαμάτας Σουλεϊμάν Αγά Αρναούτογλους. Την επόμενη (24η Μαρτίου) ο Π. Μαυρομιχάλης, ως Αρχιστράτηγος, πλέον, της Μάνης, τέλεσε Δοξολογία πλησίον του μικρού ποταμού Νέδωνα «δια την σωτηρία της Πατρίδος», που σήμανε ταυτόχρονα και την έναρξη της Επανάστασης. Μετά την ευλογία των Όπλων και των Σημαιών, ακολούθησε ο Όρκος. Πρώτος ορκίσθηκε ο Π. Μαυρομιχάλης με τα λόγια «ίνα αμύνω την πατρίδα και μόνος και μετά πολλών και ιερά τα πάτρια τιμήσω» και ακολούθησαν οι αρχηγοί με τους στρατιώτες τους : « Ίνα μή καταισχύνωμεν τα όπλα τα ιερά, ούτε εγκαταλείψωμεν τον παραστάτην, ότω αν στοιχήσωμεν». Ο Πετρόμπεης εγκαταστάθηκε στην πόλη, συνέστησε επαναστατική επιτροπή την οποίαν ονόμασε «Μεσηνιακήν Γερουσίαν εν Καλαμάτα» και την επόμενη (25η Μαρτίου) κοινοποίησε Διακήρυξη της Επανάστασης «προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς» στην οποίαν επαναλαμβάνονταν - όπως και στο Επαναστατικό Διευθυντήριο των Πατρών - ότι επρόκειτο περί αγώνος ελευθερίας ή θανάτου και ζητείτο ενεργή η συνδρομή τους.

Η επαναστατική φλόγα από την Μάνη, την Μεσσηνία και την Αχαḯα αστραπιαία διαδόθηκε στις υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου, όπου αυθαίρετα και ανοργάνωτα άρχισαν να σχηματίζονται και να δρουν, υπό την αρχηγία των σωματοφυλάκων των προκρίτων και όσων είχαν υπηρετήσει στα ελληνικά τάγματα της Επτανήσου, Σώματα ενόπλων Πελοποννησίων, ανεπαρκώς μεν εξοπλισμένα και εκπαιδευμένα αλλά με τον πόθο της Ελευθερίας στις καρδιές τους. Και εντός ολίγων ημερών μετά την 25η Μαρτίου, το ένα μετά το άλλο, τα φρούρια της Πελοποννήσου, τόσο τα παραθαλάσσια όσο καθώς και εκείνα των κωμοπόλεων εσωτερικού, πολιορκούνταν και καταλαμβάνονταν. Η Κορώνη, η Μεθώνη, το Νεόκαστρο, η Γαστούνη, η Πάτρα, η Κόρινθος, το Ναύπλιο, η Καρύταινα, το Φανάρι Ολυμπίας, η Κυπαρισσία, η Μονεμβάσια.

Αυτό είναι το πραγματικό ιστορικό, το αντλούμενο από αυθεντικές πηγές, σχετικά με τις συνθήκες έναρξης της Επανάστασης του 1821, της οποίας κοιτίδα υπήρξε η Πελοπόννησος και ακολούθησαν οι άλλες περιοχές της Ελλάδος. Η Ελληνική Επανάσταση παραμένει ένα οικουμενικό ορόσημο, συμβολίζον το εσαεί χρέος κάθε Λαού να πολεμά για το Δίκαιο και την Ελευθερία του και να αντιστέκεται στις προθέσεις των παντοειδών δυναστών του. Για την σύγχρονη Ελλάδα πρέπει να αποτελεί υπόδειγμα αντίστασης ενάντια στις προθέσεις των παγκόσμιων εξουσιαστών (νέων κοτζαμπάσηδων) όπως εξαναγκάσουν τον Λαό της – τον υπερήφανο Ελληνικό Λαό – να σκύψει, ως άλλος ραγιάς, το κεφάλι με σκοπό να τον καθυποτάξουν ηθικά και οικονομικά, εξαφανίζοντας την Γλώσσα και την Θρησκεία του και αλλοιώνοντας την ιστορική του αντίληψη και μνήμη.

Ένας από τους στόχους «της προοδευτικής ιστοριογραφίας» είναι και η αναθεώρηση των εγχειριδίων και της διδασκαλίας της Ιστορίας στην κατώτερη και μέση Εκπαίδευση (πολλές φορές με την ανοχή του πολιτικού και ακαδημαϊκού κόσμου ), με φαινομενικό σκοπό την επανεγγραφή της Ιστορίας με την δήθεν «αποκατάσταση» προσώπων και πραγμάτων και με πραγματικό τον επηρεασμό του εθνικού και θρησκευτικού φρονήματος των Ελληνοπαίδων και των διδασκάλων τους, με στροφή προς την φιλοσοφία και τις επιδιώξεις της παγκοσμιότητας. Η συνέντευξη της νυν αναπληρώτριας Υπουργού Παιδείας κ. Σίας Αναγνωστοπούλου, που παραχώρησε στη εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 20 Δεκ. 2015 και καταχωρήθηκε σε άρθρο με τίτλο «Να μη μπαίνει εθνόμετρο στα σχολικά βιβλία Ιστορίας», απεικονίζει πλήρως την « εξελιγμένη» αντίληψη περί (επαν)εγγραφής της Ιστορίας. Κατά την κ. Αναγνωστοπούλου : «Τα βιβλία της Ιστορίας πρέπει να αλλάξουν και να πάψει να μπαίνει σε καλούπια εθνόμετρου η έρευνα και η άποψη των επιστημόνων για την Ιστορία και όπως αυτή διδάσκεται στα σχολεία. Στην Ελλάδα εθνική ιστορία θεωρείται ό,τι κάποιοι έχουν επιβάλει. Δηλαδή, αυτό που οι ίδιοι θεωρούν - και όχι οι ιστορικοί επιστήμονες- πως αποτελεί την εθνική Ιστορία των Ελλήνων […….] Παράδειγμα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (που) είναι μια ηρωική μορφή μιας ευρωπαϊκής περιόδου [……] Ενώ στο χώρο της Ιστορίας έχουμε παραγωγή επιστημονικής έρευνας διεθνούς επιπέδου, αυτή η έρευνα δεν μπορεί να διαχυθεί στις κατώτερες βαθμίδες της Εκπαίδευσης, διότι έχουν αναλάβει κάποιες δυνάμεις το εθνόμετρο και βάσει αυτού μετρούν την εθνική συνείδηση και κρατούν αιχμάλωτες τις πολιτικές ηγεσίες […..]. Οι δυνάμεις αυτές λειτουργούν ως η κοινή γνώμη και είναι διάχυτες στα κόμματα και σε διαφόρους φορείς της κοινωνίας. Οικειοποιούνται την κοινή γνώμη και επιβάλλουν πολύ εύκολα τις εθνικιστικές απόψεις τους, διότι η κοινή γνώμη δεν διαθέτει ιστορική κουλτούρα».

Αβάσιμες και ανεδαφικές οι θεωρίες της κ. υπουργού. Εν τοις πράγμασι, η Εθνική Ιστορία γράφτηκε και διαμορφώθηκε δια μέσου των αιώνων μόνο από εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι , παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις και διαμάχες, είχαν ως κοινό εθνόμετρο το συμφέρον, την ανάδειξη και τη συνοχή του ανάδελφου Έθνους μας. Οι συντελεστές αυτοί (καταξιωμένοι ιστορικοί και λόγιοι, ικανότατοι λογοτέχνες και καλλιτέχνες, φωτισμένοι θεολόγοι και κληρικοί, εμπνευσμένοι πολιτικοί, δοκιμασμένοι στα πεδία των μαχών στρατιωτικοί, ακόμη και σύσσωμη η κοινωνία), μετά από συστηματικές και ενδελεχείς μελέτες των γραπτών και προφορικών πηγών, των παραδόσεων και των εθίμων, έγραψαν και δίδαξαν την αυθεντική Ιστορία χωρίς εξωραϊσμούς και υπερβολές, με τις περιόδους αίγλης και αποτυχίας, ακόμη και της αισχύνης, με τις πολεμικές αρετές των Ελλήνων και τις μειονεξίες του Λαού. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν απλώς ανώφελη αλλά καταστρεπτική για τον Λαό και το Έθνος η τυχόν αναθεώρηση της Ιστορίας όπως την υποστηρίζει η κ. Αναγνωστοπούλου, δηλαδή με βάση τις νέο-κουλτουριάρικες «επιστημονικές έρευνες», τις επιβαλλόμενες και καθοδηγούμενες από εγχώρια και αλλότρια κέντρα αποφάσεων του διεθνισμού. Όμως. «έχουσι γνώσιν οι φύλακες» και δια τούτο «γρηγορούν». Οι δυνάμεις που υπάρχουν στην εθνική συνείδηση του Λαού και τις οποίες δικαίως φοβάται η εν λόγω κυρία όπως φαίνεται στην συνέντευξή της, έχουν ετοιμότητα να ενεργοποιηθούν και να αποτρέψουν κάθε απόπειρα διεισδύσεως των αποτελεσμάτων τέτοιου είδους «ερευνών» στα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας και όχι μόνο σε αυτά.

Στην αποφώνηση του το παρόν άρθρο στους μεν επίδοξους παραχαράκτες της Ελληνικής Ιστορίας θα τους υπενθυμίσει την απειλητική ρήση «σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν», προς δε τον Ελληνικό Λαό την Θεία Προτροπή του Ιησού «Γνώσεσθε την αλήθεια, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω η’32) καθώς και το κλασσικό απόφθεγμα του Διονυσίου Σολωμού «Το Εθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν, ό,τι είναι αληθές».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(πλην εκείνης που αναφέρεται στο κείμενο)

  1. Διον, Κόκκινου. Η Ελληνική Επανάστασις

  2. Σπύρου Μαρκεζίνη. Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος τομ. Α΄

  3. Διον. Κόκκινου. Ιστορία Νεωτέρας Ελλάδος.

1[] Κ. Γεωργουσόπουλος «Ιστορία και θρύλος, εφ. “ ΤΑ ΝΕΑ”, 13-7-2007.

 

2[] Σπ. Τρικούπη. Η Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως., τευχ. 1,Αθήνα 1988.

 

3[] Αρχεία Εθνικής Παλιγγενεσίας, επανέκδοση 1971, τομ. 12,σελ.157.

 

4[] Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορία του Νεώτερου Ελληνισμού, Β, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών σελ, 38.

 

5[] «Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στη Μολδοβλαχία». Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.

 

6[] Β. Γ. Παπαγεωργίου (1963). «Τα ιστορικά γεγονότα των Καλαβρύτων και η έναρξη της Επανάστασης 1821»

 

7[] Τα ονόματά τους είναι καταγεγραμμένα σε άρθρο του Τίτου Αθανασιάδη της εφ.” ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ”, με τίτλο «Η ύστατη παγίδα των Τούρκων», υπό ημερομ.14-2-2003.

 

8[] Το απόσπασμα της ομιλίας του Ασημάκη Φωτήλα αναφέρει και ο Σαράντος Καργάκος στο άρθρο του «Γιατί τον Π.Π. Γερμανό;» στην εφημ. “ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ” της 13-12-1998.

 

9[] Το απόσπασμα της ομιλίας του Γερμανού στην Πάτρα αναφέρεται και στο αυτό ως ανωτέρω άρθρο του Σ. Καργάκου.

 

 

10[] Ας το έχουμε και αυτό ως ένα επί πλέον επιχείρημα κατά των επιδόξων σφετεριστών του ονόματος της Μακεδονίας μας, εσωτερικών και εξωτερικών.