Η σκληρή λογική του Νεοκλασικού Ρεαλισμού στο τρίγωνο Ελλάδος-Τουρκίας-Κύπρου*

Ένας στρατονόμος, φρουρός στους τάφους στρατιωτών που σκοτώθηκαν στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στον Τύμβο Μακεδονίτισσας, στην Λευκωσία, στις 19 Ιουλίου 2018. YIANNIS KOURTOGLOU / REUTERS 

Γράφει ο Γεώργιος Κουρουνάκος

Το Κυπριακό πρόβλημα αποτελεί μια από τις πλέον μακροχρόνιες περιφερειακές συγκρούσεις, ευθέως συγκρινόμενη με το Παλαιστινιακό και το Κουρδικό. Στην κορύφωση της σύγκρουσης, μέσα σε μόλις μια εικοσαετία, το νησί γνώρισε διαδοχικά εθνικοαπελευθερωτική ένοπλη εξέγερση, εγκαθίδρυση ανεξάρτητης κρατικής οντότητας, διεθνοτικές συγκρούσεις, de facto εθνοτικό διαχωρισμό και τελικά εθνική εκκαθάριση και διχοτόμηση.

Η ιστοριογραφία για την συγκεκριμένη περίοδο εμφανίζεται ακόμη και σήμερα στρατευμένη υπό την σημαία των εκατέρωθεν εθνικισμών. Η εξωτερική πολιτική των δρώντων συνήθως ερμηνεύεται με όρους συνωμοσιολογίας, ειδικά όσον αφορά την συμπεριφορά της ηγεμονικής δύναμης των ΗΠΑ. Εναλλακτικά, η επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τι έγινε εκείνη την ταραγμένη περίοδο και κυρίως γιατί έγινε.

ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ – ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

O όρος «Νεοκλασικός Ρεαλισμός» πρωτοεμφανίστηκε τον Οκτώβριο του 1998 σε ένα άρθρο του Gideon Rose (νυν διευθυντή του Foreign Affairs στις ΗΠΑ) στην επιθεώρηση World Politics: «Ο Νεοκλασικός Ρεαλισμός υποστηρίζει ότι οι φιλοδοξίες και σκοποί της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας, πηγάζουν από την σχετική ισχύ της σε σχέση με τις άλλες δυνάμεις. Μολαταύτα, οι συντελεστές ισχύος επηρεάζουν την εξωτερική πολιτική με έμμεσο και πολύπλοκο τρόπο, καθώς οι συστημικές πιέσεις μεταφράζονται σε εξωτερική πολιτική μέσα από ενδιάμεσες μεταβλητές στο επίπεδο του κράτους, όπως είναι οι πεποιθήσεις των ληπτών αποφάσεων (decision makers) και η ίδια η δομή του κράτους».

 Οι πολιτικές που αφορούν την εθνική ασφάλεια και επιβίωση του κράτους, δηλαδή την εξωτερική του πολιτική, συγκροτούνται και εφαρμόζονται από μια κλειστή ομάδα: Τον αρχηγό του κράτους, τους υπουργούς του και τους αρμόδιους γραφειοκράτες, κυρίως διπλωμάτες και στρατιωτικούς. Η ομάδα αυτή έχει προνομιακή πρόσβαση σε πληροφόρηση σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, με αποτέλεσμα να είναι καλύτερα εξοπλισμένη στο να λαμβάνει τα συστημικά ερεθίσματα και να «προσλαμβάνει» το εθνικό συμφέρον. Οι ηγέτες αυτοί, έχοντας ορίσει τα εθνικά συμφέροντα με βάση τις παραστάσεις τους, ασκούν την εξωτερική πολιτική με βάση τους υπολογισμούς τους για την σχετική ισχύ του κράτους τους και τις λοιπές προτεραιότητες τους, πάντα όμως λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους τούς περιορισμούς στο εσωτερικό του κράτους. Γιατί είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να διαπραγματεύονται με τους εσωτερικούς δρώντες (νομοθετικά σώματα, πολιτικά κόμματα/ ή αντίπαλες φατρίες σε περίπτωση αυταρχικών καθεστώτων, οικονομικούς κλάδους, κοινωνικές τάξεις ή και την κοινωνία στο σύνολο της), ώστε να μπορούν να ενεργοποιούν πολιτικές και κυρίως να αντλούν τους αναγκαίους πόρους από την κοινωνία για την εφαρμογή τους.

Σύμφωνα με το θεωρητικό υπόδειγμα του νεοκλασικού ρεαλισμού, οι αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής λαμβάνονται κάτω από την επήρεια της εκάστοτε ισορροπίας δυνάμεων (όπως αυτή προσλαμβάνεται από τους decision makers) και με βάση τις πεποιθήσεις των ελίτ και την εσωτερική πολιτική κατάσταση.

ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΤΗ Ν.Α. ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η μεταπολεμική οικονομική μεγέθυνση της Ελλάδας οδήγησε σε οικονομική σύγκλιση έναντι της Τουρκίας, παρά το διευρυνόμενο πληθυσμιακό πλεονέκτημα της τελευταίας. Η Ελλάδα σε όλη την δεκαετία του ’60 και ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του ’70, είχε συγκρίσιμο σε απόλυτα μεγέθη ΑΕΠ (άρα και οικονομική ισχύ) σε σχέση με την Τουρκία. Και δαπάνησε για την άμυνά της τα ίδια ποσά που δαπάνησε και η Τουρκία: Οι ελληνικές αμυντικές δαπάνες κατά την εικοσαετία 1954-1974 ανήλθαν σε σταθερές τιμές στο 89% των αντίστοιχων τουρκικών, εξισορροπώντας το αριθμητικό πλεονέκτημα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων με ποιοτικούς εξοπλισμούς, κυρίως σε αεροπορία (αεροσκάφη 2ης γενιάς) και ναυτικό (υποβρύχια Type 209). Σε συνδυασμό με τα πλεονεκτήματα της γεωγραφίας που διαχρονικά αδυνατίζουν την δυνατότητα προβολής της τουρκικής χερσαίας ισχύος (υδάτινο κώλυμα Έβρου και νησιά Αιγαίου), η Ελλάδα φαίνεται ότι σε όλο το διάστημα της δεκαετίας 1964-1974 αποκαθιστά μια γενική ισορροπία δυνάμεων με την Τουρκία στο θέατρο Αιγαίου και Έβρου.

Όμως, στο θέατρο Κύπρου, η γεωγραφία επιτρέπει στην Τουρκία την δυνατότητα αεροπορικής και ναυτικής υπεροχής. Η ελληνική πλευρά εξισορροπεί προσωρινά το τουρκικό πλεονέκτημα με την ανάπτυξη χερσαίας στρατιωτικής ισχύος επί του πεδίου στην ίδια την Κύπρο, ανάμεσα στο 1964 και το 1967 (μεταφορά ελληνικής μεραρχίας, ίδρυση και στελέχωση τις Εθνικής Φρουράς). Με βάση τα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής και την αδυναμία νυχτερινών αεροπορικών επιχειρήσεων, φαίνεται ότι χερσαίες δυνάμεις όπως η ελληνική μεραρχία και η Εθνική Φρουρά θα μπορούσαν να επιβιώσουν και σε περιβάλλον εχθρικής αεροπορικής υπεροχής, με την προϋπόθεση κατάλληλης εκπαίδευσης και την ύπαρξη έγκαιρης προειδοποίησης.

Μολαταύτα, κατά την διάρκεια της κρίσης του 1964, η Ελλάδα δεν προχωρά σε δραστικές ενέργειες (π.χ. ένωση του νησιού με την Ελλάδα) παρά το ότι έχει ουσιαστικά ανατρέψει την τοπική ισορροπία δυνάμεων προς όφελός της, με τη μεταφορά της ελληνικής μεραρχίας στο νησί και ενώ οι Τούρκοι είναι ακόμα ανέτοιμοι για αποβατικές επιχειρήσεις. Μάλιστα, και κατά την επόμενη κρίση το 1967, ενώ υφίσταται ακόμη ισορροπία δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα (και στο θέατρο Κύπρου), η Ελλάδα γίνεται θύμα της τουρκικής επιβολής (coercion), υποχωρώντας θεαματικά μπροστά στο τουρκικό casus belli και υποβαθμίζοντας την αποτροπή της με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας.

Το επόμενο διάστημα μέχρι το 1974, παρά την συνεχιζόμενη ισορροπία εκτός θεάτρου Κύπρου και την εντατικοποίηση των ελληνικών εξοπλισμών, η Κύπρος καθίσταται στρατηγική όμηρος της Τουρκίας, καθώς η χερσαία αποτροπή της επί του νησιού διαβρώνεται ραγδαία. Η αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας το 1967 και η παραμέληση της Εθνικής Φρουράς τα επόμενα χρόνια από το καθεστώς Μακαρίου καθώς και η εμπλοκή της στον κυπριακό εμφύλιο και τον ανταγωνισμό εξουσίας μεταξύ Μακαρίου και χούντας, αποδυναμώνουν καθοριστικά την ελληνική πλευρά στο θέατρο Κύπρου, επιφέροντας νομοτελειακά την στρατηγική ήττα.

Συνοψίζοντας, με βάση την κρατούσα ισορροπία δυνάμεων, η Ελλάδα:

α. θα μπορούσε το 1964 να επιχειρήσει δυναμική ενσωμάτωση της Κύπρου στην Ελλάδα χρησιμοποιώντας την τοπική χερσαία υπεροχή της,

β. δεν χρειαζόταν να υποχωρήσει το 1967 μπροστά στην τουρκική επιβολή καθώς υφίστατο ισορροπία δυνάμεων και στην Κύπρο και στο σύνολο του πεδίου αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα δεν έπραξε τίποτα από τα παραπάνω. Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τo γιατί με την βοήθεια του Νεοκλασικού Ρεαλισμού.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Μέχρι το οδυνηρό καλοκαίρι του 1974, η ελληνική πολιτική ήταν σταθερά προσανατολισμένη στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η επιθυμία για ένωση προερχόταν απευθείας από την ίδια την λογική της Μεγάλης Ιδέας, καθώς η Κύπρος μαζί με τη Βόρεια Ήπειρο αποτελούσαν τα τελευταία εδάφη όπου διέμεναν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους. Την ένωση επιδίωκαν ταυτόχρονα Αριστεροί και Δεξιοί, όπου οι Αριστεροί επικαλούνται περαιτέρω και τον ιδεολογικό στόχο της αποτίναξης του βρετανικού αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού. Η υπόθεση της Κύπρου συνέγειρε ταυτόχρονα τα εθνικιστικά αντανακλαστικά των μαζών αλλά και των ελίτ: Αναφέρεται χαρακτηριστικά η περίπτωση του «ρεαλιστή» Ευάγγελου Αβέρωφ, πρωτεργάτη των Συμφωνιών της Ζυρίχης, αλλά και του διπλωμάτη Α. Βλάχου (του πλέον αμφίθυμου από τις ελληνικές ελίτ απέναντι στην σκοπιμότητα του αγώνα της ΕΟΚΑ), οι οποίοι «λυγίζουν» και υποκλίνονται συναισθηματικά μπροστά στον αγώνα (και την θυσία) των νέων της ΕΟΚΑ.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ενώ οι ελληνικές ελίτ συμφωνούσαν ομόθυμα ως προς τον στόχο, ήταν διαιρεμένες όσον αφορά την στρατηγική για την επίτευξη της ένωσης:

-Η Ριζοσπαστική (ή Μαχητική) σχολή, ήθελε την ένωση το συντομότερο δυνατό, προσπαθώντας να την επιφέρει ακόμη και με δυναμικό και ριψοκίνδυνο τρόπο, όπως ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ ή, κατά μια έννοια, και το πραξικόπημα κατά Μακαρίου το 1974.

-Η Πραγματιστική σχολή, ήθελε την ένωση να επέρχεται σε βάθος χρόνου, με προσεκτικές κινήσεις που δεν θα έρχονταν κατά το δυνατόν σε σύγκρουση με τους αντίπαλους της ένωσης, Μ. Βρετανία και Τουρκία. Η πολιτική ουδετερότητας του Ελευθέριου Βενιζέλου ως προς την εξέγερση των Ελληνοκυπρίων το 1931 και η πολιτική Καραμανλή-Αβέρωφ που οδήγησε στις Συμφωνίες της Ζυρίχης ,είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αυτής της σχολής.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, υπήρξαν κομβικά σημεία στο Κυπριακό (Κρίσεις 1964, 1967), όπου διαφορετικές ελληνικές κυβερνήσεις κλήθηκαν να πάρουν σημαντικές αποφάσεις Πολέμου και Ειρήνης. Ας δούμε τι έγινε σε κάθε μια από αυτές.

ΚΡΙΣΗ 1964 – ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ο Δεκέμβριος του 1963 αποτελεί το κρίσιμο σημείο καμπής για τις δυο κοινότητες στην Κύπρο. Η δύσκολη συγκατοίκησή τους από το 1960 έως το 1963 οδηγείται σε ένα αιματηρό διαζύγιο με τις δυο πλευρές εξοπλισμένες και έτοιμες για μια διεθνοτική σύγκρουση με βαθιές ρίζες στην άνοδο των εθνικισμών (που δημιουργούν αρνητικά στερεότυπα εκατέρωθεν), αλλά και στο συναίσθημα ανωτερότητας των Ελληνοκυπρίων (που πηγάζει βέβαια από την πραγματικότητα: Οι Ελληνοκύπριοι είναι πολύ περισσότεροι, πιο πλούσιοι και πιο μορφωμένοι από τους Τουρκοκύπριους). Τους θεωρούν συνεπώς κατώτερους και φυσικά δεν είναι έτοιμοι να τους παραχωρήσουν την πολιτική ισότητα που προβλέπει η Ζυρίχη (ούτε λόγος φυσικά για ομοσπονδοποίηση, η οποία θα σήμαινε και κάποιας έκτασης γεωγραφικό διαχωρισμό, επομένως και πιθανές μετακινήσεις πληθυσμού...). Εξάλλου, η έννοια του consociationality (εθνοτικός συναινετισμός) [1] που περιγράφει καλύτερα το καθεστώς της Ζυρίχης είναι ακόμη πολύ προωθημένη για την εποχή της…

Και η Ελλάδα; Ποιοι και πως καθορίζουν την Κυπριακή πολιτική της;

Οι υπεύθυνοι χάραξης εξωτερικής πολιτικής στην μεταπολεμική Ελλάδα είναι βέβαια οι εκάστοτε πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), αλλά με ισχυρές επιρροές από τους έτερους πόλους εξουσίας: Τον βασιλικό θεσμό και τον στρατό (που ελέγχεται παραδοσιακά από το Παλάτι), ενώ ο υπερατλαντικός ηγεμόνας οπωσδήποτε προσπαθεί να επιβλέπει την διαδικασία παραγωγής εξωτερικής πολιτικής, ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν θίγονται τα ζωτικά του συμφέροντα. Εξάλλου, και οι υπόλοιποι δρώντες παραδοσιακά χρησιμοποιούν τις ΗΠΑ σαν σημείο αναφοράς και άντλησης επιρροής.

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΡΡΑ

Η Ένωση Κέντρου αναλαμβάνει την εξουσία το Νοέμβριο του 1963 ως κυβέρνησης μειοψηφίας, μετά από 11 χρόνια δεξιάς διακυβέρνησης. Οι παραστάσεις εξωτερικής απειλής που έχει η νέα κυβέρνηση είναι ο παραδοσιακός από βορρά κίνδυνος, δηλαδή της Βουλγαρίας [2]. Την βουλγαρική απειλή συμμερίζονται εξάλλου το σύνολο των ελληνικών ελίτ ως την σημαντικότερη εξωτερική απειλή για όλη την διάρκεια από τον Μεσοπόλεμο έως τουλάχιστον τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Είναι φυσικό, καθώς η Βουλγαρία είναι η παραδοσιακά αναθεωρητική δύναμη στην περιοχή έναντι της Ελλάδας:

-Την διεθνοτική σύγκρουση σε επίπεδο ανταρτοπόλεμου στην αρχή του 20ου αιώνα (Μακεδονικός Αγώνας) διαδέχεται ο αιματηρότατος Β’ Βαλκανικός Πόλεμος με τρόπαιο και πάλι την ανατολική και κεντρική Μακεδονία.

-Την συνακόλουθη εκκαθάριση της συγκεκριμένης περιοχής από το βουλγαρικό στοιχείο και τον αποικισμό της με Μικρασιάτες πρόσφυγες ακολουθεί η δαπανηρότατη προσπάθεια της Ελλάδας την δεκαετία του ’30 για αμυντική της οχύρωση (Γραμμή Μεταξά).

-Η Γραμμή Μεταξά δεν εμποδίζει τελικά την βουλγαρική κατοχή στην ελληνική ανατολική Μακεδονία (1941-1944) που συνοδεύτηκε από εντονότατες προσπάθειες εκβουλγαρισμού και εθνικής εκκαθάρισης.

Την πρόσληψη της απειλής μεγεθύνει περαιτέρω το στρατηγικό μειονέκτημα του μικρού βάθους της ελληνικής ενδοχώρας στην περιοχή [3].

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΛΙΤ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΟΝΤΑΙ

Το ξέσπασμα της διεθνοτικής βίας στην Κύπρο, βρίσκει την Ελλάδα απροετοίμαστη: Οι Καραμανλής και Αβέρωφ είχαν επανειλημμένα πιέσει τους Ελληνοκύπριους μέσα στο 1963 να μην διαταράξουν το status quo στην Κύπρο. Η έλευση της Ένωσης Κέντρου στην εξουσία μπορεί να ήταν ένα επιπλέον έναυσμα για τον Μακάριο να καταγγείλει την Ζυρίχη: Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε μεν αποδεχθεί την συμφωνία με επιφυλάξεις το 1959, αλλά χρησιμοποίησε πολλές φορές το χαρτί του εθνικισμού και την καταγγελία της (αντιδημοφιλούς) Ζυρίχης για να χτυπήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους της ΕΡΕ κατά την διάρκεια του «Ανένδοτου» την περίοδο 1961-1964. Μολαταύτα, ο έμπειρος ΥΠΕΞ Σοφοκλής Βενιζέλος, παραδοσιακός κεντρώος πολιτικός και συνιδρυτής της Ένωσης Κεντρώων μαζί με τον Γεώργιο Παπανδρέου, καταλαμβάνεται απέναντι στις πρωτοβουλίες των Ελληνοκυπρίων από αισθήματα έκπληξης και έντονης δυσφορίας [4]. Όπως και ο προκάτοχος του Αβέρωφ, θεωρούσε την Τουρκία απαραίτητο σύμμαχο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ για την αντιμετώπιση της απειλής από τον Βορρά. Επομένως, οι ομαλές ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν για την Αθήνα μεγαλύτερη προτεραιότητα από την αναθεώρηση του status quo στην Κύπρο. Την διαφωνία του υπουργού του συμμερίζεται και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ο οποίος στην 1η επιστολή του προς Μακάριο, τον Φεβρουάριο, διατυπώνει το Δόγμα του «Εθνικού Κέντρου»: «Εν τη εννοία της ενότητος του Ελληνισμού και της επαυξημένης ευθύνης των Αθηνών,...επιθυμώ...όπως συντελεσθή μεταξύ ημών πλήρης και συνεχή επαφή, συνεννόησις και εναρμόνισις απόψεων».

 

Η πύλη της βρετανικής βάσης της RAF, στο Ακρωτήρι της Κύπρου, στις 13 Απριλίου 2018. YIANNIS KOURTOGLOU / REUTERS
-------------------------------------------------------------------------

Πράγματι, οι ραγδαίες εξελίξεις και η στρατιωτικοποίηση της διαμάχης στην Κύπρο, οδήγησαν την Αθήνα σε δίλημμα: Από τη μια, η (σχεδόν αυτόματη) πίεση στην Αθήνα για στρατιωτική αντίδραση και θωράκιση των Ελληνοκυπρίων απέναντι στους Τουρκοκύπριους και την ίδια την Τουρκία, και από την άλλη το ρίσκο της κλιμάκωσης και το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικού πολέμου.

Η πίεση για στρατιωτική αντίδραση πήγαζε βέβαια κυρίως από ιδεολογικούς λόγους: Στην Κύπρο υπήρχαν Έλληνες που τώρα απειλούνταν από τον προαιώνιο εχθρό, τους Τούρκους. Ήταν σαφές ότι οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να δράσει για να προστατεύσει αυτούς τους Έλληνες. Οι υπολογισμοί για την ισορροπία δυνάμεων ήταν επίσης άδηλοι για την ελληνική πλευρά, καθώς η στρατιωτική ενίσχυση της Κύπρου αντιπροσώπευε πρωτόγνωρες προκλήσεις για την Ελλάδα της εποχής.

Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα από μια σύσκεψη της πολιτικής (συμμετέχουν οι αρχηγοί Ένωσης Κέντρου και ΕΡΕ) και στρατιωτικής ηγεσίας υπό τον Διάδοχο στις 25/1/1964 [5].

Ο Γεώργιος Παπανδρέου αναφέρει:
- «Ήκουσα είμεθα εις σαφή αδυναμίαν συγκρουσθώμεν με Τούρκους εν Κύπρω. (σσ: δεν έχει οργανωθεί ακόμη η Εθνική Φρουρά ούτε έχει σταλεί η ελληνική μεραρχία) ... Άποψιν μειονεκτικής μας θέσεως δεν συμμερίζονται διάφοροι αξιωματικοί ΓΕΣ ... Εάν πράγματι μειονεκτώμεν ... έχομεν συμφέρον αποφύγωμεν δυναμικήν λύσιν και επιδιώξωμεν πολιτικήν ... νομίζω επίσης ότι προληπτικώς είναι απαραίτητον δώσωμεν εντύπωσιν ότι είμεθα αποφασισμένοι δια σύγκρουσιν ίνα ούτω προλάβωμεν δυναμικήν λύσιν. Επιβάλλεται, όμως, απόλυτος προσοχή εις εκλογήν τρόπου προληπτικής μεθόδου ίνα αποφευχθή εμπλοκή ... πρέπει πεισθούν Κύπριοι ότι δυναμική αναμέτρησης εις Κύπρον είναι καταστρεπτική δι’ αυτούς. Δια τούτο διαπράττουν σφάλμα ανεύθυνοι στρατιωτικοί ενθαρρύνοντες Κυπρίους ότι δυνάμεθα βοηθήσωμεν αυτούς αποτελεσματικώς». (σ.σ: στην ίδια όμως σύσκεψη ο Α/ΓΕΣ σημειώνει ότι «Δύναμις αντιστάσεως εν νήσω όχι μικρά. Υπεροχή πληθυσμού και οργάνωσις Ελληνοκυπρίων ...Τούρκοι ικανοί μεταφέρουν μόνον 1 μεραρχίαν και δια τούτο θα χρειασθούν αρκετάς ημέρας»! Και πιο πριν, ο ίδιος τονίζει ότι «...έχομεν εις τάξιν ετοιμότητος με προειδοποίησιν 8 ωρών ελαττουμένην εις 4 ώρας συγκρότημα δύναμης Συντάγματος που περιλαμβάνει μοίρα καταδρομών, δυο ίλες τεθωρακισμένων, αλεξιπτωτιστών κλπ»).
- «Είναι αδιανόητον να σκεπτόμεθα και να μελετώμεν ελληνοτουρκικό πόλεμο» (σ.σ: Σε παρατήρηση του Α/ΓΕΣ ότι «..πρεπει να γίνει σχέδιο δράσης, 1. Προς Κύπρον, 2. Εις Αιγαίον, 3. Εις Θράκην»).

Ο δε Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αρχηγός τότε της ΕΡΕ, σημειώνει:
-«Επανέρχομαι σε σκέψιν ην είχα διατυπώσει 1-2 Ιανουαρίου όπως έχομεν ετοίμην δύναμιν όχι δια σύγκρουσιν αλλα δι’ ειρηνικήν απόβασιν εις περίπτωσιν τουρκικής αποβάσεως ... ο άξιος διπλωμάτης κ. Παλαμάς ... συνεφώνησεν ότι τοιαύτη ειρηνική απόβασις και παρουσία ειρηνικού ελληνικού στρατού εις Κύπρον παραλλήλως προς τουρκικόν θα απετέλει σπουδαιότατον atout εις χείρας ελληνικής διπλωματίας..ώστε να υπάρχη δυνατότης πιέσεως (θα φύγωμεν εάν φύγουν οι Τούρκοι)».
-«Τι θα πράξη η ΕΛΔΥΚ εις περίπτωσιν αιματηράς τουρκικής αποβάσεως λαμβάνοντες υπ’όψιν πατριωτισμό και τιμήν Έλληνος στρατιώτου;», όπου ο Γ. Παπανδρέου του απαντά: «...δεν δυνάμεθα εμποδίσωμεν εμπλοκήν ΕΛΔΥΚ αφήνοντες Ελληνοκύπριους να σφάζονται».

Η σύσκεψη κλείνει με τον Έλληνα πρωθυπουργό να συνοψίζει ότι η Ελλάδα ετοιμάζεται σε περίπτωση τουρκικής αποβάσεως να αποβιβάσει και αυτή ελληνικό στρατό. Και ο Διάδοχος προχωρεί ένα βήμα παραπέρα: «Εάν μεν η τουρκική απόβασις είναι αναίμακτος έχει καλώς, εάν όχι, αποφασίζομεν από τώρα αποστολήν δυνάμεων προς απόβασιν υπό μορφή πολεμικής επιχειρήσεως;».

Οι ανωτέρω στιχομυθίες αντανακλούν ασφαλώς τα διλήμματα και την υπό διαμόρφωσιν στρατηγική σκέψη, καθώς οι ελληνικές ελίτ προσπαθούν να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον αστάθειας στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Πόσα, όμως, ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει ο Παπανδρέου για την ένωση;
Οι εξελίξεις στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα έδειξαν ότι ο ιστορικός ηγέτης της Ένωσης Κέντρου δεν θα μπορέσει τελικά να βρει τα μέσα για να εξυπηρετήσει την στρατηγική της ένωσης.

-Θα υπάρξει πολύ φειδωλός σε ανταλλάγματα προς την Τουρκία. Ίσως να αναλογίστηκε το προηγούμενο της Ζυρίχης, ενώ σίγουρα δίστασε να αναλάβει το πολιτικό κόστος της αιτιολόγησης αυτών των ανταλλαγμάτων στο εσωτερικό. Η ελληνική πλευρά προσήλθε αρχικά στην διαπραγμάτευση για το Σχέδιο Acheson με την άποψη ότι η Τουρκία πρέπει να αποδεχθεί την ένωση, για το καλό της Ατλαντικής Συμμαχίας, χωρίς κανένα αντάλλαγμα! Αργότερα προσέφερε το Καστελόριζο, και τέλος δέχθηκε την παραχώρηση βάσης όχι σαν κυρίαρχο έδαφος, αλλά υπό καθεστώς εκμίσθωσης.

-Δεν θα ασκήσει καμία πίεση στους Ελληνοκύπριους για αποδοχή του Σχεδίου, αντίθετα θα δεχτεί, σχεδόν παθητικά, την (αντίστροφη) πίεση του Μακαρίου μέσω της ίδιας της εσωκομματικής αντιπολίτευσής του και του συμπολιτευόμενου Τύπου.

Η ειρηνική απόβαση της ΕΛΔΥΚ/Μ (ελληνικής μεραρχίας) στην Κύπρο τον Απρίλιο του 1964 και η αναποφασιστικότητα των Τούρκων να απαντήσουν με το ίδιο νόμισμα (κυρίως λόγω ανετοιμότητάς τους και δευτερευόντως εξαιτίας της αμερικανικής αντίδρασης (επιστολή Johnson), καθορίζουν το σημείο της μέγιστης ελληνικής ισχύος και το σημείο όπου η Ελλάδα πλησιάζει στην ένωση περισσότερο από ποτέ,

Συνοψίζοντας, το καλοκαίρι του 1964:

-Η Ελλάδα είχε χερσαία στρατιωτική κατοχή εδάφους με φίλιο πληθυσμό και έλεγχο των κυρίων λιμένων και αεροδρομίων.
-Η Τουρκία πέραν της δυνατότητας (ημερήσιων) αεροπορικών βομβαρδισμών, στις οποίες πράγματι προχώρησε τον Αύγουστο του 1964, δεν είχε κατάλληλα πλωτά μέσα και εκπαιδευμένες δυνάμεις για να πραγματοποιήσει βίαιη απόβαση.
-Οι ΗΠΑ όχι μόνο ανέχονταν αλλά παρότρυναν την Ελλάδα να προχωρήσει σε ένωση.

Τελικά, ο Μακάριος θα αρνηθεί να συναινέσει στην ένωση. Πέρα από την απροθυμία του για αυτοδιάλυση του κράτους του (ας αναλογιστούμε και την ρήση του Τάσσου Παπαδόπουλου το 2004: «Παραλάβαμεν κράτος και δεν θα παραδώσωμεν κοινότητα»), μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η επικράτησή του στο 95% του εδάφους, καθώς οι Τουρκοκύπριοι είχαν απομονωθεί πλέον στους θύλακες τους και κυρίως η (φραστική) υποστήριξη που έλαβε από την ΕΣΣΔ στις 16/8/1964, του προσέδιδαν αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να αποκρούσει τις μεθοδεύσεις της Αθήνας (και γιατί όχι και των ΗΠΑ και Βρετανίας;), ενώ η Αθήνα θα αποφύγει τελικά να επιδιώξει μονομερή ενέργεια εναντίον του Μακαρίου καθώς θεωρεί ότι υπάρχει κίνδυνος αποσταθεροποίησης και εθνικού διχασμού [6]. Και λίγο αργότερα θα απορρίψει και το (βελτιωμένο για την Αθήνα) 2ο Σχέδιο Acheson.

ΚΡΙΣΗ 1967 – Η ΕΛΛΑΔΑ ΥΠΟΚΥΠΤΕΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΠΙΒΟΛΗ

Η παρέλευση περίπου 3 ετών από τον Αύγουστο του 1964 μέχρι τη νέα κρίση τον Νοέμβριο του ’67 επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην περιοχή, καθώς στην Αθήνα μια ομάδα Ελλήνων αξιωματικών διαμορφώνει τη νέα ηγετική τάξη, σαφώς πιο αμφίθυμη έναντι των Ελληνοκυπρίων, λιγότερο ελεγχόμενη από τον Μακάριο και με ισχυρότερη ροπή προς την ένωση.

Η ελληνική στρατιωτική κυβέρνηση δεν είχε ριζοσπαστικές απόψεις για το Κυπριακό Ζήτημα: Η πολιτική της ήταν συνέχεια της προσπάθειας, στην αρχή του ίδιου του Γεωργίου Παπανδρέου και ακολούθως των ασταθών κυβερνήσεων της Αποστασίας, για αναβίωση μιας συνεννόησης με την Τουρκία στο πλαίσιο μιας ένωσης με ανταλλάγματα. Η συνέχεια αυτή ήταν λογική, καθώς ο βασιλιάς και ο νέος ΥΠΕΞ, Πιπινέλης, που συμμετείχαν ενεργά στην διαμόρφωση της ελληνικής πολιτικής και κατά τα προηγούμενα έτη, ήταν παραδοσιακά υπέρ της προσέγγισης Ελλάδας-Τουρκίας. Το ενδεχόμενο σύγκρουσης με την Τουρκία ήταν απευκταίο, κυρίως λόγω της εμμονής τους ως προς τον από βορρά κίνδυνο: Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε σύγκρουση ταυτόχρονα στα ανατολικά και στα βόρεια σύνορά της.

Φυσιολογικά, λοιπόν, η νέα κυβέρνηση επιθυμούσε και αυτή μια διευθέτηση τύπου «ένωσης» για το Κυπριακό: Η εξέλιξη αυτή θα προσέδιδε αίγλη στο νέο καθεστώς, ειδικά στο κύριο ακροατήριο του, την παραδοσιακή Δεξιά, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουμε και την γενικότερη έλξη της ενωτικής ιδεολογίας στο σύνολο του πολιτικού φάσματος, μέχρι και την Αριστερά. Επίσης, θα αποκαθιστούσε φιλικές ελληνοτουρκικές σχέσεις, κάτι που αποτελούσε, όπως είδαμε, επίσης έναν σημαντικό στόχο των ελίτ. Όμως, όπως και οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώσει υψηλό τίμημα στην Τουρκία. Προφανώς, ανταλλάγματα όπως εκτεταμένη εδαφική κυριαρχία, θα έπλητταν το γόητρο της νέας κυβέρνησης στο εσωτερικό. Η μόνη αλλαγή που κόμιζε η νέα κυβέρνηση ήταν η σαφής βούληση να παραμερίσει δυναμικά τον Μακάριο για την επίτευξη του στόχου της ένωσης [7]. Αυτή τη φορά όμως εμπόδιο στην ένωση δεν ήταν, όπως το 1964, ο Μακάριος αλλά η ίδια η Τουρκία, η οποία αρνήθηκε να διαπραγματευτεί μια συμφωνία που θα μπορούσε να ονομαστεί από την Αθήνα ως Ένωση.

Όταν η Εθνική Φρουρά προσπαθεί να εκκαθαρίσει την διάβαση κοντά στο χωριό Κοφίνου τον Νοέμβριο του 1967, προκαλούνται δυσανάλογες παράπλευρες απώλειες αμάχων Τουρκοκυπρίων και η Άγκυρα αποφασίζει επέμβαση και αρχίζει να συγκεντρώνει στρατεύματα σε Έβρο και Μερσίνα. Οι Τούρκοι ζητούν την απομάκρυνση του Γρίβα και της ΕΛΔΥΚ/Μ από την Κύπρο, καθώς και την διάλυση της Εθνικής Φρουράς. Στην ελληνική πλευρά υπάρχει προς στιγμήν η σκέψη για προληπτικούς βομβαρδισμούς τουρκικών στόχων από την ελληνική αεροπορία, όμως γρήγορα εγκαταλείπεται καθώς οι βασιλέας και Γεώργιος Παπαδόπουλος πιστεύουν ότι αυτό θα οδηγούσε σε γενικευμένο πόλεμο. Σύντομα, μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου, η Αθήνα δέχεται το σύνολο των τουρκικών αιτημάτων και μάλιστα υποχρεώνεται σε ταπεινωτική απόσυρση της μεραρχίας μόλις σε 45 ημέρες.

Η αποχώρηση της ΕΛΔΥΚ/Μ διαταράσσει ανεπανόρθωτα την χερσαία ισορροπία δυνάμεων στην Κύπρο, αποτελώντας μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που το νεοελληνικό κράτος υποχωρεί μπροστά σε απειλή χρήσης βίας (ο βομβαρδισμός και η κατάληψη της Κέρκυρας το 1923 από την φασιστική Ιταλία είναι το μοναδικό άλλο παράδειγμα μέσα στον 20ο αιώνα, αλλά ακόμη και εκεί ο Έλληνας νομάρχης της Κέρκυρας είχε αρνηθεί την παράδοση του νησιού στους Ιταλούς...). Η ειρωνεία είναι ότι λίγοι στην Ελλάδα αντιλήφθηκαν τις συνέπειες της υποχώρησης κατά το χρονικό σημείο που αυτή έλαβε χώρα. Μεταξύ αυτών ήταν η ελληνική στρατιωτική ηγεσία που αντέδρασε έντονα αλλά μάταια. Το ίδιο συνέβη και με τον Κύπριο πρέσβυ Κρανιδιώτη. Ακόμη και ο Πιπινέλης, του οποίου η συμβολή στην υπόθεση αποχώρησης της μεραρχίας ήταν καθοριστική, περιέγραψε αργότερα με μελανά χρώματα το κενό που επήλθε στην ισορροπία Δυνάμεων [8]:

«...Η διενέργεια (εφεξής) τουρκικής αποβάσεως εν Κύπρω (σ.σ: εξαιτίας της απόσυρσης των ελληνικών δυνάμεων και της αμερικανικής ουδετερότητας) ... αναγκαστικώς θα επιφέρει και εμπλοκή της Ελλάδος ... είναι αδύνατο να παραμείνωμεν σιωπηλοί θεαταί μιας κατακρεουργήσεως του ελληνικού πληθυσμού της Νήσου. Αλλά μια ουσιαστική αεροπορική ή ναυτική βοήθεια εξ Ελλάδος είναι δια γνωστούς λόγους ανέφικτος ... Εμπλοκή μας αφ’ ετέρου εις πόλεμον εν Θράκη προς αντιπερισπασμόν, θα μας εξέθετε εις μεγαλυτέρους κινδύνους, δεδομένου ότι η αναλογία δυνάμεων είναι εις βάρος μας δυο προς ένα, τα δε εντεύθεν του Έβρου μέχρι της Αδριατικής σύνορά μας εκτεθειμένα εις πάσης φύσεως επιδρομές».

Γιατί όμως υποχώρησε η Ελλάδα στο τουρκικό casus belli;

Υπενθυμίζουμε ότι με βάση την ανάλυσή μας υφίστατο ισορροπία δυνάμεων τον Νοέμβριο του 1967 ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, σε τοπικό (θέατρο Κύπρου) και γενικό επίπεδο. Ειδικά στην Κύπρο, η βιωσιμότητα της Μεραρχίας προϋπέθετε έγκαιρη προειδοποίηση και δράση της τη νύκτα, όταν η τουρκική αεροπορία θα επέστρεφε στις βάσεις της. Και οι δύο αυτές προϋποθέσεις υφίσταντο κατά την διάρκεια της κρίσης. Όπως και το γεγονός ότι λόγω του χειμώνα, η βίαιη ζεύξη του Έβρου θα ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα για τους Τούρκους.

Όμως, οι ελληνικές ελίτ υποχωρούν γιατί δεν ήθελαν πόλεμο με την Τουρκία:

-Ο ΥΠΕΞ Πιπινέλης δεν πίστευε ότι υπήρχε ισορροπία δυνάμεων (βλέπε παραπάνω) και συνακόλουθα το ίδιο πίστευε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, τον οποίο ο Πιπινέλης επηρέαζε καθοριστικά. Το ενδεχόμενο τουρκικής εισβολής στον Έβρο τούς έκανε εξαιρετικά ανήσυχους σε συνδυασμό με την απειλή από βορρά. Ο ίδιος ο βασιλέας έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να πείσει άλλα μέλη της κυβέρνησης που διαφωνούσαν [9]. Επιπρόσθετα, ο Πιπινέλης, ήδη από το 1964 πίστευε ότι έπρεπε να αποσυρθεί η μεραρχία από την Κύπρο γιατί αντί η παρουσία της εκεί να βοηθά την Ελλάδα να ελέγχει το νησί, αντίθετα την καθιστούσε όμηρο της πολιτικής του Μακαρίου [10].

-Σύμμαχος του παραδοσιακού πόλου της εξωτερικής πολιτικής ήταν και ο Παπαδόπουλος, ο οποίος δεν επιθυμούσε να ρισκάρει ελληνοτουρκικό πόλεμο και (πιθανή) πτώση του νεοπαγούς καθεστώτος του. Κατά μια μαρτυρία, ανέφερε μετά το πέρας της κρίσης, ότι θεωρούσε επιτυχία την αποφυγή του πολέμου με την Τουρκία, καθώς ακόμη και αν η Ελλάδα τον κέρδιζε, το οικονομικό χάος που μοιραίως θα επέρχετο, θα αποτελούσε καταστροφή για την Ελλάδα. [11]

Αντίθετα, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία (ο πρώην Α/ΓΕΕΘΑ και νυν αντιπρόεδρος Σπαντιδάκης και οι Σωματάρχες Κόλλιας και Περίδης) αντιτάχθηκαν σφόδρα στην απόφαση απόσυρσης της ΕΛΔΥΚ/Μ [12]. Δεν γνωρίζουμε αν η στάση τους οφειλόταν στο ελληνικό φιλότιμο ή σε διαφορετική άποψη για την ισορροπία δυνάμεων. Πάντως, οι στρατηγοί Μπήτος και Πανουργιάς, γνώστες εκ της θέσεώς τους της τακτικής κατάστασης (ο πρώτος ήταν επιτελής της ΕΛΔΥΚ/Μ και ο δεύτερος Δ/ντής του 2ου επιτελικού γραφείου στο ΓΕΣ), υποστηρίζουν αμφότεροι στα βιβλία τους που έγραψαν σε μεταγενέστερο χρόνο, ότι υπήρχε σαφής ισορροπία με την Τουρκία.

 

Στιγμιότυπο από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974. Πηγή: web
---------------------------------------------------------------------------------

Σε κάθε περίπτωση, οι πεποιθήσεις της ηγεσίας σε συνδυασμό με το ένστικτο αυτοσυντήρησης του στρατιωτικού καθεστώτος, οδήγησαν σε πολιτική κατευνασμού, η οποία σήμανε και τυπικά το τέλος της ένωσης σαν επίσημης ελληνικής πολιτικής. Έκτοτε καμία αναφορά σε ένωση δεν έγινε από τους Έλληνες ιθύνοντες. Ακόμη και ο ίδιος ο Ιωαννίδης απέφυγε να χρησιμοποιήσει την Ένωση στην επίσημη ρητορική του πραξικοπήματος κατά Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974!

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ

Όπως είδαμε, λοιπόν, παραπάνω, σε κρίσιμες στιγμές μέσα στο σύντομο διάστημα μιας δεκαετίας, η εκάστοτε ελληνική ηγετική ομάδα αποφάσισε να μην πολεμήσει για την Κύπρο. Επαναλαμβάνουμε ότι σύμφωνα με τον Νεοκλασικό Ρεαλισμό, η επιλογή αυτή ερμηνεύεται με βάση τις πεποιθήσεις των ελίτ και την εσωτερική πολιτική κατάσταση.

Πεποιθήσεις ελληνικών ελίτ:

-Κανείς από τους ιθύνοντες δεν ήθελε γενικευμένο πόλεμο με την Τουρκία αλλά και ούτε ανοικτή σύγκρουση με τους Ελληνοκύπριους που επιζητούσαν την διατήρηση της ανεξαρτησίας τους.
-Η μεγάλη πλειοψηφία των ελίτ είχε αμφιβολίες για την ισορροπία δυνάμεων με την Τουρκία και την έκβαση ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, σε συνδυασμό με τις παραστάσεις κινδύνου που είχαν για την βουλγαρική απειλή. Κατά κανόνα, οι στρατιωτικοί είχαν, λόγω αντικειμένου, πιο καθαρή αντίληψη της ισορροπίας δυνάμεων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την κρίση του ’67, όπου η στρατιωτική ηγεσία υποστήριξε την παραμονή της μεραρχίας στο νησί.
-Αντανακλώντας την κρατούσα ιδεολογία της Εθνικής Ολοκλήρωσης, οι ελίτ θεωρούσαν την ένωση, άνευ ουδεμίας εξαίρεσης, επιθυμητή εξέλιξη, η οποία επιπλέον θα προσέδιδε ιδιαίτερη αίγλη και υστεροφημία σε αυτόν που θα την επιτύγχανε. Αρκετοί, όμως, όπως ο Πιπινέλης, δεν την θεωρούσαν εφικτή, ενώ αρκετοί άλλοι, όπως πχ οι Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ευάγγελος Αβέρωφ και Γεώργιος Παπανδρέου, δεν πίστευαν ότι έπρεπε να καταβάλλουν υψηλό τίμημα για αυτήν.

Εσωτερικοί πολιτικοί περιορισμοί:

Σε δυο περιπτώσεις οι ηγετικές ομάδες που χειρίζονταν την ελληνική εξωτερική πολιτική είχαν περαιτέρω ισχυρούς περιορισμούς στην άσκησή της ,εξαιτίας της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης: Το 1967 ο Γ. Παπαδόπουλος, και το 1974 ο Κ. Καραμανλής, μετά την αποκατάσταση του δημοκρατικού καθεστώτος, επέλεξαν να σταθεροποιήσουν την εσωτερική τους θέση παρά να αναλάβουν το ρίσκο ενός πολέμου για την Κύπρο με αβέβαιη έκβαση [13]. Σύμφωνα με τον Νεοκλασικό Ρεαλισμό, τα καθεστώτα τα οποία θεωρούν ότι είναι ευάλωτα στο εσωτερικό τους μέτωπο, έχουν περισσότερες πιθανότητες να προχωρήσουν σε συμβιβασμό στο εξωτερικό. Ως πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται στην βιβλιογραφία η εξωτερική πολιτική των Μπολσεβίκων αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι η Κύπρος δεν απετέλεσε ποτέ casus belli για τον μεταπολεμικό ελληνισμό, όπως για παράδειγμα θα ήταν μια τουρκική επίθεση στην Ρόδο ή ακόμη και στο μικροσκοπικό Καστελόριζο.
Εξάλλου, οι μεταπολεμικές στρατηγικές προτεραιότητες των ελληνικών ελίτ, όπως καταγράφονται από την σύγχρονη ιστοριογραφία, ήταν:
-Η κατοχύρωση της εθνικής ασφάλειας και της άμυνας της χώρας.
-Η οικονομική της επιβίωση.
-Η σταθερότητα του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος.
Παρά, λοιπόν, τη μεταπολεμική δημόσια ρητορική στην Ελλάδα για αλλαγή του status quo στην Κύπρο, η Ελλάδα ήταν στη πραγματικότητα μια χώρα που επιζητούσε την ειρήνη, μετά από μια δεκαετία (1940-’49) εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων που επέφερε τεράστιες καταστροφές και βαθιές πληγές στον ψυχισμό της κοινωνίας της.

Ανακεφαλαιώνοντας, η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα δεν ήταν ποτέ για τις μεταπολεμικές ελληνικές ελίτ ένα ζωτικό εθνικό συμφέρον που θα δικαιολογούσε το υψηλό, μεγάλου ρίσκου, τίμημα του πολέμου. Τελικά, η τουρκική αντίδραση και η βαθμιαία απομάκρυνση των ελληνοκυπριακών ελίτ από το ενωτικό αφήγημα, ανέβασε το τίμημα της ένωσης πολύ ψηλά για την Ελλάδα της εποχής και οδήγησε στην Ανεξαρτησία και την Διχοτόμηση.

ΠΡΟΒΟΛΗ ΣΤΗ Ν.Α. ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ

Τον Ιανουάριο του 1987, δεκατέσσερα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, ο Α. Παπανδρέου διακηρύττει από το βήμα της ελληνικής Βουλής το ελληνικό casus belli σε περίπτωση περαιτέρω προώθησης της Τουρκίας στην Κύπρο: «…γιατί εάν χαθεί η Κύπρος, τελικά θα χαθεί και η Ελλάδα».

Με δεδομένη πλέον την ύπαρξη ικανών χερσαίων δυνάμεων της Τουρκίας στο νησί, μόνο ένας γενικευμένος πόλεμος Ελλάδας-Τουρκίας θα μπορούσε να παράσχει ικανή αποτροπή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρά τις διακυμάνσεις της δημόσιας ρητορικής σε Αθήνα και Λευκωσία έκτοτε, θεωρούμε δεδομένη την στρατιωτική σύζευξη Ελλάδας και Κύπρου σε κάποιο βαθμό: Σίγουρα υφίσταται και σήμερα στα επιτελεία ένα Σχέδιο «Κ» (Κύπρος), όπως υπήρχε και τα πρώτα ταραγμένα μεταπολεμικά χρόνια. Το τι περιλαμβάνει, είναι φυσικά μη δημόσια ανακοινώσιμο. Μπορούμε, όμως, να κρίνουμε από τις ασκήσεις, τους εξοπλισμούς Ελλάδας και Κύπρου και την διάταξη των δυνάμεων ότι, σε περίπτωση σύρραξης, η Αθήνα θα προσπαθήσει αυτή την φορά να διαρρήξει τον ναυτικό και αεροπορικό αποκλεισμό της Κύπρου που θα επιχειρήσει πάλι η Τουρκία, όπως το ’74.

Τα μέσα από ελληνικής πλευράς για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι, κυρίως, τα F16 με ενσωματωμένες δεξαμενές καυσίμου και όπλα μακράς ακτίνας δράσης, καθοδηγούμενα από ιπτάμενα ραντάρ, καθώς και τα υποβρύχια αναερόβιας πρόωσης και οι στρατιωτικές υποδομές της Κρήτης. Η κριτική επικεντρώνεται στον αν είναι αρκετά σε ποσότητα, με δεδομένο το πλεονέκτημα της τουρκικής αεροπορίας λόγω εγγύτητας στην Κύπρο. Ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος ύπαρξης του ελληνικού casus belli: Αν οι αεροναυτικές επιχειρήσεις επικεντρωθούν μόνο στον κυπριακό εναέριο χώρο, τότε αργά ή γρήγορα η τουρκική αεροπορία θα υπερισχύσει. Μόνο η επέκταση των επιχειρήσεων στο υπόλοιπο ελληνοτουρκικό μέτωπο αντιπαράθεσης θα επιτρέψει μια ισορροπία.

Όσον δε αφορά την ενίσχυση της Λευκωσίας με χερσαίες δυνάμεις, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: Πέραν από αερομεταφορά Ειδικών Δυνάμεων, η συνεισφορά της Αθήνας θα είναι η ΕΛΔΥΚ (ίσως η πιο αξιόμαχη μονάδα του ελληνικού στρατού) και προ-τοποθετημένος βαρύς οπλισμός (όπως τα άρματα μάχης που μεταφέρθηκαν στο νησί μετά την κρίση του 1996). Μεταφορά ικανού αριθμού στρατευμάτων στην Κύπρο εν καιρώ πολέμου αποκλείεται λόγω αποστάσεως και έλλειψης μέσων. Αλλά και περαιτέρω διαφαίνεται και μια απροθυμία της Αθήνας να στείλει στρατεύσιμους στην Κύπρο: Χαρακτηριστικά ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ιωάννης Βαρβιτσιώτης δήλωνε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ότι: «…δεν θα αφήσω κανέναν Έλληνα στρατιώτη να σκοτωθεί στην Κύπρο».

 

Το αμερικανικό αντιτορπιλικό USS Donald Cook εξοπλισμένο με καθοδηγούμενους πυραύλους, αποπλέει από το λιμάνι της Λάρνακας, στις 9 Απριλίου του 2018. U.S. Navy/Mass Communication Specialist 2nd Class Alyssa Weeks/Handout via REUTERS
--------------------------------------------------------------------------------------

Με αυτόν τον τρόπο επανέρχεται το ερώτημα που μας απασχόλησε πολλές φορές παραπάνω: Παρά την διακήρυξη του casus belli το 1987 και την ύπαρξη στρατιωτικών σχεδίων και μέσων, οι ελληνικές ελίτ θα έπαιρναν σήμερα την απόφαση να πολεμήσουν για την Κύπρο;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένα αβίαστο «ναι», ειδικά μετά και την υποχώρηση της Αθήνας και της Λευκωσίας στην επιβολή της Τουρκίας και των Συμμάχων για την υπόθεση των πυραύλων S300 το όχι και τόσο μακρινό 1998… Χαρακτηριστικά, για την εξέλιξη της συγκεκριμένης κρίσης, ο τότε Κύπριος πρόεδρος, Γλαύκος Κληρίδης, υπαινίχθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο ότι η Αθήνα δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση κλιμάκωση και πιθανή γενίκευση της σύγκρουσης, εν’ όψει της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη, στόχο υψίστης στρατηγικής προτεραιότητας για τις ελληνικές ελίτ της εποχής.

Πόσο πιθανός, λοιπόν, είναι σήμερα ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος για την Κύπρο;

Η βασική υπόθεση εργασίας που μπορούμε να κάνουμε είναι η ακόλουθη: Θερμή σύρραξη στο θέατρο Κύπρου θα επιφέρει αυτόματη εμπλοκή της ελληνικής αεροπορίας και του ναυτικού. Φαίνεται πραγματικά αδύνατο για οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση να αρνηθεί να διαθέσει αεροναυτικά μέσα στην Κύπρο, εφόσον αυτά υπάρχουν και προβλέπονται από τα σχέδια. Σε αντίθετη περίπτωση, θα αντιμετώπιζε κατηγορίες εθνικής προδοσίας... Επομένως ,αυτή την φορά τα ελληνικά αεροπλάνα και υποβρύχια, ίσως και μονάδες επιφανείας και σίγουρα μονάδες Ειδικών Δυνάμεων, θα φτάσουν στην Κύπρο.

Η επέκταση, όμως των επιχειρήσεων από πλευράς Ελλάδας, εκτός θεάτρου Κύπρου δεν πρέπει να θεωρείται σε καμία περίπτωση αυτονόητη: Θα εξαρτηθεί (όπως και την ταραγμένη δεκαετία 1964-1974) από τις πεποιθήσεις και προτεραιότητες των Ελλήνων ηγετών. Για παράδειγμα, εθνικιστές όπως ο Αντώνης Σαμαράς ή ο Πάνος Καμμένος, φαίνεται περισσότερο πιθανό να έκλιναν προς αυτή την κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση, η γενικότερη κατάσταση της χώρας, το επίπεδο ετοιμότητας και ισορροπίας δυνάμεων σε σχέση με την Τουρκία, η ποιότητα και οι πεποιθήσεις της ίδιας της στρατιωτικής ηγεσίας, θα είναι παράγοντες που θα μπουν περαιτέρω στην ζυγαριά της απόφασης.

Και, τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία Δυτικού τύπου, όπως η ελληνική, οι πεποιθήσεις των ληπτών αποφάσεων αντανακλούν σε κάποιο βαθμό και τις ευρύτερες πεποιθήσεις της κοινωνίας. Είναι κοινό μυστικό ότι οι κοινωνίες ευμάρειας διστάζουν να στείλουν τα παιδιά τους στον πόλεμο, ακόμη και αν αυτά είναι επαγγελματίες στρατιώτες: Το πράττουν συνήθως όταν απειλείται η ίδια τους η ύπαρξη.

Το βασικό σενάριό μας λοιπόν είναι ότι ένα υπολογίσιμο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας σήμερα δεν θα ήθελε να πολεμήσει για την Κύπρο, επιτιθέμενο στην Τουρκία και συνεπώς οι Έλληνες ηγέτες θα δίσταζαν να προχωρήσουν σε έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο (όπως έπραξαν και το 1964, το 1967 και το 1974). Μολαταύτα, δεν μπορεί να αποκλειστεί εξ’ ολοκλήρου και η περίπτωση όπου η συναισθηματική φύση του Έλληνα σε συνδυασμό με μια εθνικιστικών αντανακλαστικών ηγεσία θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη σύρραξη, και μάλιστα αν, όπως το 1974, ο κυπριακός ελληνισμός θα δεχόταν ισχυρά πλήγματα από την Τουρκία, προβαλλόμενα απευθείας στο εθνικό θυμικό διαμέσου των σύγχρονων ΜΜΕ. Το σενάριο αυτό ενισχύεται κατά την περίπτωση όπου η Τουρκία, στο πλαίσιο ενός προληπτικού αεροναυτικού πλήγματος, χτυπούσε ταυτόχρονα με την Κύπρο και στόχους στην ελληνική επικράτεια, ενεργοποιώντας αυτόματα τους κανόνες εμπλοκής των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

*To δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος 53 (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2018) του Foreign Affairs The Hellenic Edition και βασίζεται στο ερευνητικό έργο του συγγραφέα στο πλαίσιο της Διπλωματικής Διατριβής του με θέμα: «Ο Γεωπολιτικός Ανταγωνισμός στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο (1955-1974). Χρήση της Θεωρίας του Νεοκλασικού Ρεαλισμού για την Ερμηνεία της Εξωτερικής Πολιτικής των Δρώντων».
[1]Ο όρος αναπτύχθηκε πολύ αργότερα από τον Liphardt την δεκαετία του ’70 για να περιγράψει κοινωνίες τύπου Καναδά, Βελγίου και Ελβετίας.
[2]Βλέπε σχετική αναφορά στο Σ. Ριζάς, Η Ελλάδα, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη, 1961-1964, σ. 182. Ο Ριζάς επικαλείται προγενέστερη μελέτη του Κουλουμπή, όπου Καραμανλής και Παπανδρέου παραμένουν εστιασμένοι στην Βουλγαρία ως κύρια απειλή, σε αντίθεση με τον Σ. Βενιζέλο, ο οποίος εμπιστεύεται περισσότερο στο θέμα αυτό την αποτρεπτική δύναμη που συνεπάγεται η ελληνική συμμετοχή στο ΝΑΤΟ.
[3]Χαρακτηριστικά, μια από τις απαιτήσεις της ελληνικής πλευράς στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι, μετά την λήξη του 2ου ΠΠ, ήταν και η παραχώρηση από τη Βουλγαρία εδαφών πέρα από την οροσειρά της Ροδόπης, ώστε να αυξηθεί το στρατηγικό βάθος της ελληνικής αμυντικής γραμμής.
[4]Βλέπε στο Κ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981 Τόμος Δεύτερος, Εστία, Αθήνα 2001, σ. 157. Σημειώνεται ότι ο Σ. Βενιζέλος ήταν από τους μεγαλύτερους επικριτές του Μακαρίου όσο ζούσε. Απεβίωσε στις 7 Φεβρουαρίου 1964 χωρίς να προλάβει να επιβάλλει αλλαγή πλεύσης στην Λευκωσία.
[5]Πρακτικά απόρρητης σύσκεψης στο Υπουργείο Εξωτερικών (25/1/1964). Αναφέρονται στο Π.Πετρίδης, Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό Ζήτημα (1954-1965) Ντοκουμέντα, σ. 274-281.
[6]Οι δισταγμοί για εσωτερικό διχασμό και αποσταθεροποίηση προέρχονταν εξίσου από την κυβέρνηση και τη μείζονα αντιπολίτευση. Βλέπε στο Σ. Ριζάς, Ένωση-Διχοτόμηση- Ανεξαρτησία, σ.154.
[7]Για την πρόταση για ανατροπή Μακαρίου που φέρεται να έκανε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος στον Demirel βλέπε στο Σ. Ριζάς, Ένωση-Διχοτόμηση- Ανεξαρτησία,σ. 221.
[8]Στο Κ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981,σ. 184.
[9]Στο Α. Παπαχελάς, Ο Βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας, σ. 403.
[10]Από υπόμνημα του Πιπινέλη προς Καραμανλή στις 24/11/1964 που διασώζεται στο Αρχείο Καραμανλή. Στο Σ. Ριζάς, Ενωση- Διχοτόμηση- Ανεξαρτησία, σ. 226.
[11]Πρόκειται για ιδιωτική συνομιλία του Στρατηγού Μπονάνου με τον Γ. Παπαδόπουλο στις 4 Δεκεμβρίου 1967 αμέσως μετά την λήξη της Κρίσης. Ο Μπονάνος ήταν συμμαθητής του Παπαδόπουλου στην Σχολή Ευελπίδων και διατηρούσε φιλική σχέση με τον δικτάτορα. Στο Γ. Μπονάνος, Η αλήθεια, σ. 60.
[12]Βλέπε στο Α. Παπαχελάς, Ο Βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας, σ. 406. Την πληροφορία δίνει σε αναφορά του τον Δεκέμβριο του ’67 ο Αμερικανός πρέσβυς Talbot, ο οποίος επίσης σημειώνει ότι η κυβέρνηση σκεπτόταν σοβαρά να εκδιώξει αυτούς τους αξιωματικούς.
[13]Για να είμαστε βέβαια ακριβοδίκαιοι, η ισορροπία δυνάμεων που «κληρονόμησε» η κυβέρνηση Καραμανλή τον Αύγουστο του 1974 ήταν πολύ δυσμενέστερη από αυτή που είχε να αντιμετωπίσει ο Γ. Παπαδόπουλος το 1967.