Διαδηλωτές φορούν μάσκες του Ιρανού Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ και του Σύρου Μπασάρ αλ-Άσαντ, σε διαμαρτυρία κοντά στην πρεσβεία των ΗΠΑ στο Βερολίνο, τον Αύγουστο του 2012. Thomas Peter / Reuters

Τι σημαίνει αυτό για μια μελλοντική σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες

Γράφει η Ariane M. Tabatabai

 

Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αντισταθμίσουν την αυξημένη δραστηριότητα του Ιράν στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ απέναντι σε ένα φόντο αυξανόμενων εντάσεων, θα έκανε καλό να εξετάσουν το τι έχει μάθει η Τεχεράνη στην Συρία.

Την άνοιξη του 2011, βλέποντας την φουσκοθαλασσιά της αντίδρασης που τελικά έγινε γνωστή ως Αραβική Άνοιξη, οι σχολιαστές διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων και εθνικοτήτων εξέφρασαν την ελπίδα ότι η περιοχή θα κινηθεί προς την δημοκρατία. Το Ιράν γνώρισε μια παρόμοια στιγμή δύο χρόνια νωρίτερα, όταν εκατομμύρια πολίτες διαμαρτυρήθηκαν για αυτό που είδαν ως νόθα επανεκλογή του σκληροπυρηνικού προέδρου, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Όμως, μέχρι το 2011, η Τεχεράνη είχε συντρίψει αποτελεσματικά αυτό το κίνημα. Ως αποτέλεσμα, πολλοί Ιρανοί παρακολούθησαν με φθόνο την Αραβική Άνοιξη να εξελίσσεται.

Ειδικότερα, η Συρία αιχμαλώτισε την φαντασία τους. Υπό την διακυβέρνηση της οικογένειας Assad, η Συρία υπήρξε κρίσιμος σύμμαχος της Ισλαμικής Δημοκρατίας και ο μοναδικός αραβικός εταίρος της χώρας. Για τον λόγο αυτό, πολλοί Ιρανοί που αντιτάχθηκαν στην δική τους κυβέρνηση, ενθουσιάστηκαν από τις αντι-Assad διαμαρτυρίες που ξέσπασαν στις αρχές του 2011 και χαιρέτισαν την προοπτική της πτώσης του Bashar al-Assad. Οι αξιωματούχοι στην Τεχεράνη, αντίθετα, παρακολούθησαν την κατάσταση στην Συρία με βαθιά ανησυχία. Φοβούμενοι ότι θα καταρρεύσει το φιλικό καθεστώς στην Δαμασκό, αφιέρωσαν σημαντικούς πόρους για να στηρίξουν τον Άσαντ, εμβαθύνοντας την εμπλοκή του Ιράν καθώς η εξέγερση στην Συρία μεταμορφώθηκε σε έναν φαύλο εμφύλιο πόλεμο.

Μέχρι σήμερα, η Τεχεράνη έχει δαπανήσει περίπου 15 δισεκατομμύρια δολάρια για την υποστήριξη του Assad -ακόμη και όταν η ιρανική οικονομία κατέρρεε λόγω των κυρώσεων στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του πολέμου. Επιπλέον, θεωρείται ότι η Ισλαμική Δημοκρατία έστειλε στην Συρία μεταξύ 2011 και 2014 περίπου 10.000 εργάτες, συμπεριλαμβανομένων των στρατευμάτων μάχης. Ο αριθμός αυτός παραλείπει τις μη ιρανικές δυνάμεις που υποστηρίχθηκαν από την Τεχεράνη, τις οποίες η The Wall Street Journal τοποθέτησε σε 130.000 το 2014. Και κατά παραδοχή της ίδιας της Τεχεράνης, τουλάχιστον 2.100 Ιρανοί είχαν πεθάνει στην σύγκρουση μέχρι το 2017, συμπεριλαμβανομένου ενός αριθμού υψηλόβαθμων στρατιωτικών διοικητών. Σήμερα, ακόμα και όταν ο πόλεμος φθίνει, οι σάκοι με σορούς Ιρανών συνεχίζουν να επιστρέφουν στο Ιράν.

Η κοστοβόρα παρέμβαση του Ιράν ήταν κρίσιμη για την επιβίωση του Assad. Έχει επίσης επηρεάσει βαθιά το ίδιο το Ιράν: Η εμπειρία των συγκρούσεων στην Συρία έχει αλλάξει τον ιρανικό τρόπο πολέμου, μεταβάλλοντας την ιρανική τακτική και αναγκάζοντας τον στρατό της χώρας να αποκτήσει νέες δυνατότητες, ειδικά όταν αφορά στην συνεργασία με ξένους στρατιωτικούς και την κατάρτιση μη ιρανικών πληρεξουσίων δυνάμεων.

Αυτές οι αλλαγές δεν θα περιοριστούν στην Συρία. Καθώς οι εντάσεις αυξάνονται μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι εταίροι τους θα αρχίσουν να αισθάνονται τα αποτελέσματα του στρατιωτικού μετασχηματισμού του Ιράν. Για να πάρει μια αίσθηση του σεναρίου που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η Τεχεράνη σε οποιαδήποτε μελλοντική σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ουάσιγκτον πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό που έμαθαν οι Ιρανοί στην Συρία.

Η ΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Από το ξεκίνημα του εικοστού αιώνα, το Ιράν σπάνια είχε στείλει στρατεύματα εκτός των συνόρων του. Το 1973-74, ο σάχης Mohammad Reza έστειλε αρκετούς χιλιάδες στρατιώτες και συμβούλους στο Ομάν για να βοηθήσει τον σουλτάνο Qaboos bin Said να συντρίψει μια εξέγερση . Αργότερα, στο πλαίσιο της νεοσυσταθείσας Ισλαμικής Δημοκρατίας, το Ιράν πολέμησε έναν οκταετή πόλεμο εναντίον του Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, στο οποίο έχασαν την ζωή τους εκατοντάδες χιλιάδες Ιρανοί στρατιώτες, αλλά καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορούσε να διεκδικήσει πειστικά τη νίκη. Μετά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ , ο οποίος έληξε το 1988, η Τεχεράνη περιόρισε το πεδίο των ξένων παρεμβάσεών της σε βοήθεια και συμβουλές. Η χώρα δεν διέθετε σημαντικές συμβατικές στρατιωτικές ικανότητες και επιδίωκε να διαθέτει εύλογη δυνατότητα να αρνηθεί [την εμπλοκή της] όταν οι ενέργειές της θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως παράνομες ή εκτός των ορίων.

Κατά καιρούς, το Ιράν προκάλεσε αεροπορικές επιδρομές κατά μη κρατικών δρώντων εκτός των συνόρων του. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, για παράδειγμα, η χώρα στόχευε Κούρδους αυτονομιστές και την Mujahideen-e Khalq, μια αντιπολιτευτική ομάδα που η ιρανική ηγεσία χαρακτήριζε ως τρομοκρατική οργάνωση. Ωστόσο, ως επί το πλείστον, το Ιράν εμπλεκόταν σε ξένες χώρες μέσω της εκπαίδευσης, του εξοπλισμού και της ανταλλαγής πληροφοριών με αντιπροσωπευτικές δυνάμεις –ιδίως τους μαχητές της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

Όταν ξεκίνησε η αναταραχή στην Συρία την άνοιξη του 2011, η Τεχεράνη ακολούθησε το συνηθισμένο σενάριό της. Έστειλε τεχνολογία, εξοπλισμό και όπλα, καθώς και συμβούλους που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την δική τους εμπειρία στην συντριβή αντικυβερνητικών διαδηλωτών εγχωρίως. Αλλά καθώς η Συρία διολίσθησε σε εμφύλιο πόλεμο, αυτό που η Τεχεράνη ήλπιζε ότι θα ήταν μια γρήγορη και σχετικά χαμηλού κόστους αποστολή για την σταθεροποίηση της συριακής κυβέρνησης, μετατράπηκε σε βάλτο –έναν βάλτο που θα ανάγκαζε τους Ιρανούς ηγέτες και στρατιωτικούς σχεδιαστές να προσαρμοστούν εάν ήθελαν να αποτρέψουν την αντικατάσταση του Assad από ένα εχθρικό καθεστώς.

Το 2013, καθώς οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης κέρδισαν δυναμική και οι Δυτικές δυνάμεις κάλεσαν τον Assad να αποχωρήσει, ο δικτάτορας εξαπέλυσε χημικά όπλα και διέπραξε φρικαλεότητες για να ενισχύσει την λαβή του στην εξουσία. Μετά τις επιθέσεις αυτές, η Τεχεράνη άρχισε να αναπτύσσει τα στρατεύματά της στην Συρία, στο πλαίσιο μιας πιο ανοικτής και δυναμικής προσέγγισης. Εκτός από το παραστρατιωτικό Σώμα της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς [ (Islamic Revolutionary Guard Corps, IRGC), το οποίο η Τεχεράνη συνήθως στέλνει για να διεξάγει τις μυστικές αποστολές του, η χώρα ανέπτυξε μέλη των συμβατικών στρατιωτικών και εθελοντικών πολιτοφυλακών της που είναι γνωστές ως Basij. Ταυτόχρονα, αρκετοί παραδοσιακοί μη κρατικοί εταίροι του Ιράν, ιδιαίτερα η Χεζμπολάχ και κάποιες σιιτικές πολιτοφυλακές του Ιράκ, έστειλαν επίσης δυνάμεις στην Συρία.

Για να ενισχύσει αυτές τις δυνάμεις, η Τεχεράνη στρατολόγησε και ανέπτυξε νέες πολιτοφυλακές αποτελούμενες από Πακιστανούς και Αφγανούς Σιίτες, σε μερικούς από τους οποίους υποσχέθηκε αποζημίωση και διαμονή στο Ιράν σε αντάλλαγμα για την ένταξή τους στον αγώνα. (Το Ιράν εξανάγκασε, επίσης, πρόσφυγες από το Αφγανιστάν που ζούσαν στα σύνορά του για να ενταχθούν σε αυτές τις νέες ομάδες). Οι διοικητές του IRGC επισκέφθηκαν συχνά τις πολιτοφυλακές στις πρώτες γραμμές της Συρίας, βοηθώντας στην διασφάλιση άμεσων διαύλων επικοινωνίας και ελέγχου των μαχητών καθώς πολεμούσαν προς υποστήριξη της κυβέρνησης Assad.

Εξίσου σημαντικό, η Τεχεράνη σταμάτησε να προσπαθεί να κρύψει την εμπλοκή της στην Συρία. Αφού αρχικά αρνήθηκε τις μυστικές επιχειρήσεις εκεί όπως συνέβαινε συνήθως, η Τεχεράνη άρχισε να δημοσιοποιεί τον ρόλο της στην σύγκρουση. Μέχρι το 2016, οι πλατφόρμες κοινωνικών μέσων του IRGC και τα κρατικά δελτία ειδήσεων εξέπεμπαν βίντεο του διοικητή του IRGC, Qassem Soleimani, να επισκέπτεται το μέτωπο, να χαιρετά δια χειραψίας και να αγκαλιάζει ξένους μαχητές. Όταν μαζικές πλημμύρες έπληξαν αρκετές περιοχές στο Ιράν την άνοιξη του 2019, ξένοι μαχητές εισήχθησαν από την Συρία για να βοηθήσουν με δράσεις ανακούφισης των πλημμυρών –δράσεις οι οποίες επίσης δημοσιοποιήθηκαν από τους ειδησεογραφικούς σταθμούς και τα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης του IRGC.

Οι ιρανικές δυνάμεις και οι πληρεξούσιοί τους συντονίστηκαν όχι μόνο με το καθεστώς Assad, αλλά και με την ρωσική κυβέρνηση , η οποία άρχισε να παρέχει αεροπορική υποστήριξη στην προσπάθεια των Σύρων και του Ιράν το 2015. Αυτό σηματοδότησε μια άλλη σημαντική εξέλιξη. Η Τεχεράνη και η Μόσχα έχουν μια ιστορικά έμφορτη σχέση, η οποία βασίζεται στην συνεργασία έναντι ενός φόντου έντασης και δυσπιστίας . Ο πόλεμος στην Συρία δεν έχει διαγράψει την αμοιβαία καχυποψία, αλλά έχει παράσχει ένα εξαιρετικό παράδειγμα του τι μπορεί να πετύχει η συνεργασία όταν ευθυγραμμιστούν τα συμφέροντα του Ιράν και της Ρωσίας. Η ρωσική αεροπορική υποστήριξη, σε στενό συντονισμό με το IRGC και το δίκτυο ξένων πληρεξουσίων, ήταν κρίσιμη για την επιτυχία των ιρανικών επιχειρήσεων -και για το να παραμείνει ο Assad στην εξουσία.

Η ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ

Ο πόλεμος στην Συρία σηματοδότησε την πρώτη φορά από το τέλος του πολέμου Ιράν-Ιράκ που οι ιρανικές δυνάμεις εκτέθηκαν σε πραγματική μάχη εκτός των συνόρων του Ιράν. Η εμπειρία είχε βαθιά επίδραση στην στρατιωτική σκέψη του Ιράν, αναγκάζοντας την Τεχεράνη να επικαιροποιήσει στρατιωτικά δόγματα και διαδικασίες, να εντείνει την συνοχή της, και να ενισχύσει την ικανότητά της να διεξάγει κοινές επιχειρήσεις με ξένους στρατούς. Η εξέλιξη της προσέγγισης του Ιράν στις πολεμικές επιχειρήσεις θα μπορούσε να έχει πραγματικές συνέπειες για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις ένοπλες δυνάμεις τους: Είτε άμεσα είτε μέσω πληρεξουσίων, οι δύο χώρες είναι πιθανό να συνεχίσουν να συγκρούονται στο προσεχές μέλλον. Οι ιρανικές δυνάμεις και οι δυνάμεις που υποστηρίζονται από το Ιράν επιχειρούν πλέον κοντά στον στρατό των ΗΠΑ και τους συνεργάτες τους στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Συρία και τον Περσικό Κόλπο.

Οι συμβατικές δυνατότητες του Ιράν εξακολουθούν να μην μπορούν να συγκριθούν με εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών. Επιπλέον, η Ισλαμική Δημοκρατία εξακολουθεί να μην διαθέτει πυρηνικά όπλα. Αντίθετα, η μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες από το Ιράν έγκειται στις δυνατότητες υβριδικών εχθροπραξιών, τις οποίες η Τεχεράνη έχει ακονίσει τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες και τελειοποιήσει στην Συρία. Η Ισλαμική Δημοκρατία διαθέτει πλέον νέες δυνατότητες στρατολόγησης και ένα διευρυμένο δίκτυο πληρεξουσίων, ένα ενισχυμένο ρεπερτόριο στα μέσα ενημέρωσης, και μια οξυμένη ικανότητα συντονισμού με συμβατικά εξοπλισμένους συμμάχους όπως η Ρωσία.

Ως μια πιθανή ένδειξη εμβάθυνσης των σχέσεων με την Ρωσία, οι δύο χώρες υπέγραψαν μια συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας νωρίτερα αυτόν τον μήνα. Οι λεπτομέρειες δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, αλλά το σύμφωνο φαίνεται να συνεπάγεται ένα σημαντικό ναυτικό στοιχείο. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αντισταθμίσουν την αυξημένη δραστηριότητα του Ιράν στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ απέναντι σε ένα φόντο αυξανόμενων εντάσεων, θα έκανε καλό να εξετάσουν το τι έχει μάθει η Τεχεράνη στην Συρία. Η αποτροπή του Άσαντ έχει αλλάξει τον ιρανικό τρόπο πολέμου, αν και δεν είναι ξεκάθαρο ότι κάποιος στην Ουάσινγκτον το έχει παρατηρήσει .

Η ARIANE M. TABATABAI είναι Πολιτική Επιστήμων σχετιζόμενη με την RAND Corporation και αναπληρώτρια ανώτερη επιστημονική υπεύθυνη της Σχολής Διεθνών και Δημόσιων Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Columbia.