Κούρδοι διαδηλώνουν για την τουρκική επίθεση, στην Erbil, στο Ιράκ, τον Οκτώβριο του 2019. Azad Lashkari / Reuters

Κυρώσεις, εξέγερση και ψυχρότητα περιμένουν στην σειρά

Henri J. Barkey 

Αντί να δεχτούν αυτό το νέο status quo, οι κουρδικές YPG μπορεί να εμπλακούν σε ανταρτοπόλεμο, ίσως ακόμη και με την ενθάρρυνση του συριακού καθεστώτος. Θα ξεκινήσει μια νέα σύγκρουση, καταναλώνοντας ανθρώπους και πόρους σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος παρόμοιο με τον κουρδικό αγώνα κατά του Σαντάμ Χουσεΐν στην δεκαετία του 1990, μόνο που τώρα ο αντίπαλος θα είναι ο Ερντογάν.

Μόλις πριν από λίγους μήνες, οι Κούρδοι στη Μέση Ανατολή ήταν αισιόδοξοι. Απολάμβαναν μια πρωτόγνωρη διεθνή αναγνώριση, και μια μεγάλη πολιτική πρόοδος άστραφτε στον ορίζοντά τους. Η εμπιστοσύνη τους πήγαζε σε μεγάλο βαθμό από τα επιτεύγματα των Σύρων Κούρδων.

Οι Κουρδικές Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG) εν πολλοίς κυριάρχησαν στην πολυεθνική ομπρέλα ομάδων πολιτοφυλακής γνωστή ως Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (Syrian Democratic Forces, SDF). Αυτή η ομάδα δούλεψε για σχεδόν πέντε χρόνια σε στενή συμμαχία με την πρωταρχική υπερδύναμη του κόσμου, τις Ηνωμένες Πολιτείες, για να κατανικηθεί το Ισλαμικό Κράτος ή ISIS. Η σχέση ήταν εξαιρετική, από την κουρδική άποψη, επειδή το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ) ήταν αρχικά πίσω από την καθιέρωση της πολιτοφυλακής. Με έδρα την Τουρκία, το κόμμα αυτό μάχεται εδώ και πολύ καιρό την τουρκική κυβέρνηση και βρίσκεται στην αμερικανική λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων. Στα εδάφη της Συρίας που απελευθέρωσαν οι δυνάμεις των πολιτοφυλακών, οι Κούρδοι εγκατέστησαν γρήγορα τις δικές τους κυβερνητικές δομές και θεσμοποίησαν την κυριαρχία τους.

Η επιτυχία των Κούρδων στην Συρία ήρθε περίπου δύο δεκαετίες μετά την εγκαθίδρυση στο Ιράκ μιας αυτόνομης, διεθνώς αναγνωρισμένης κουρδικής οντότητας, της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Κουρδιστάν ή KRG (Kurdistan Regional Government). Μετά τον πόλεμο του Κόλπου το 1991, η Ουάσιγκτον προσπάθησε να σταματήσει τον Ιρακινό αυταρχικό Σαντάμ Χουσεΐν από το να σφαγιάσει τον κουρδικό πληθυσμό της χώρας. Το αποτέλεσμα των προσπαθειών των ΗΠΑ ήταν η de facto κουρδική αυτονομία εντός του Ιράκ, η οποία τελικά οδήγησε στην KRG. Κατά την περίοδο από το 2014 έως το 2019, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίστηκαν αποφασισμένες να εκμαιεύσουν και πάλι μια κουρδική οντότητα, ετούτη τη φορά υπό διαφορετικές συνθήκες και με λιγότερο εκτεταμένες εξουσίες, στην Συρία.

Μέσα σε μια μόνο εβδομάδα τον Οκτώβριο, τα συριακά κουρδικά όνειρα έχουν συντριβεί σκληρά. Χωρίς να ενημερώσει ούτε καν τον στρατό του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έδωσε στον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το πράσινο φως να εισβάλει στην βόρεια Συρία. Αρχικά, απέσυρε τις Ειδικές Δυνάμεις των ΗΠΑ από τα σύνορα Τουρκίας-Συρίας, επιτρέποντας στα τουρκικά στρατεύματα και τους τζιχαντιστές συμμάχους τους να ξεκινήσουν μια επίθεση. Λίγο αργότερα, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι και οι 1.000 στρατιωτικοί των ΗΠΑ θα εγκαταλείψουν την Συρία. Όλα τα κουρδικά ελεγχόμενα εδάφη -και όχι μόνο η ζώνη ασφαλείας των 20 μιλίων που η Τουρκία ισχυρίστηκε ότι θέλει να ελέγξει- θα είναι πλέον ανοικτά στην προέλαση της Τουρκίας.

Η συριακή κυβέρνηση στην Δαμασκό ανακοίνωσε ότι και αυτή θα εισέλθει στην βόρεια Συρία, ίσως και μετά από πρόσκληση των Κούρδων της περιοχής. Αυτό που πρόσφατα ήταν κουρδική επικράτεια πιθανώς θα μοιραστεί μεταξύ Άγκυρας και Δαμασκού, ένα αποτέλεσμα που σηματοδοτεί το τέλος του ονείρου της κουρδικής αυτονομίας, τουλάχιστον προς το παρόν.

ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟ ΠΟΤΗΡΙ

Τόσο ο Trump όσο και ο Erdogan αντιμετωπίζουν ισχυρούς αντίθετους ανέμους. Η απερίσκεπτη απόφαση του Trump καταδικάστηκε σχεδόν από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ουάσινγκτον και ακόμη και μεταξύ ορισμένων από τους πιο σκληρών υποστηρικτών του προέδρου. Την τελευταία φορά που οι Κούρδοι συγκέντρωναν αυτή τη μεγάλη προσοχή και συμπάθεια ήταν στο τέλος του πολέμου του Κόλπου, όταν οι ιρακινές δυνάμεις τούς είχαν στριμώξει κατά μήκος των τουρκικών συνόρων. Αλλά σήμερα, αντίθετα από την δεκαετία του 1990, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τράβηξαν την δημόσια προσοχή στις άθλιες συνθήκες που πλήττουν τους Κούρδους πολίτες και στους σκόπιμους σκοτωμούς από την πλευρά της πολεμικής αεροπορίας και των συμμάχων της Τουρκίας. Ακόμη και ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ αναγνώρισε ότι η Τουρκία φαίνεται να διαπράττει εγκλήματα πολέμου. Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες σταμάτησαν τις παραδόσεις όπλων στην Άγκυρα ως συνέπεια -και το πιο σημαντικό, το Κογκρέσο των ΗΠΑ είναι πιθανό να εισάγει σκληρές κυρώσεις για την Τουρκία.

Ο Τραμπ και ο Ερντογάν υποτίμησαν το πόσο έντονα θα αντιδρούσαν οι παρατηρητές, όχι μόνο στην ασχήμια της προδοσίας αλλά και στην αγριότητα της τουρκικής επίθεσης. Για το Κογκρέσο των ΗΠΑ, τον στρατό, την γραφειοκρατία, και τον Τύπο, η κίνηση του Trump ήταν ακατανόητη. Οι Κούρδοι ήταν σύμμαχοι που είχαν θυσιάσει 11.000 από τους δικούς τους -γιατί θα έπρεπε οι Ηνωμένες Πολιτείες να τους εγκαταλείψουν ξαφνικά, ενδεχομένως οδηγώντας 12.000 σκληρούς μαχητές του ISIS και 40.000 μέλη των οικογενειών τους να δραπετεύσουν από τις φυλακές στις οποίες τους κρατούσαν οι Κούρδοι; Με ένα χτύπημα, ο Trump ουσιαστικά ακύρωσε χρόνια σκληρής δουλειάς [που είχε στόχο] να νικηθεί το χαλιφάτο.

Αυτό που ο Trump ίσως σκέφθηκε ήταν ότι η χάρη που προσέφερε στον Ερντογάν μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ένα δηλητηριασμένο ποτήρι. Το 1974, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο και οι Ηνωμένες Πολιτείες απάντησαν με εμπάργκο που επηρέασε σοβαρά τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Οι κυρώσεις τις οποίες το Κογκρέσο εξετάζει τώρα μπορεί να είναι ακόμη πιο καταστροφικές, τόσο επειδή φαίνεται να είναι πολύ ευρύτερες όσο και επειδή η τουρκική οικονομία είναι πιο ενσωματωμένη στον κόσμο και επομένως πολύ πιο ευάλωτη σε εξωτερικές πιέσεις.

Ο Τούρκος πρόεδρος μπορεί σύντομα να βρεθεί σε πολιτική μέγγενη. Το μεγαλύτερο μέρος του τουρκικού πληθυσμού, εκτός από την κουρδική μειονότητα, βάζει πλάτη στην κυβέρνηση Ερντογάν και εγκρίνει την εισβολή. Ο Ερντογάν δεν μπορεί να υποχωρήσει ως απάντηση σε κυρώσεις, αλλά μια νομοθεσία που δεν επιδέχεται βέτο θα δέσει τα χέρια του Trump. Για τον λόγο αυτό, η διοίκηση Trump ανακοίνωσε το δικό της συμπλήρωμα από κυρώσεις για να μετριάσει τον δημόσιο θυμό και να μπλοκάρει πιο δρακόντειες [κυρώσεις] από το Κογκρέσο.

Η προκαλούμενη από τις κυρώσεις οικονομική πανωλεθρία για την Τουρκία δεν θα είναι καλή είδηση για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τουρκία πιθανότατα θα ανταποκρινόταν μετακινούμενη ακόμη πιο μακριά από τα Δυτικά θεσμικά όργανα και μέχρι που θα αποσχιζόταν εντελώς. Ο Ερντογάν θα μπορούσε να επιδιώξει να εκδικηθεί πιέζοντας μερικούς από τα τρία εκατομμύρια Σύρων προσφύγων που βρίσκονται σήμερα στην Τουρκία [να κατευθυνθούν] στην Ευρώπη. Θα μπορούσε ακόμη και να κάνει άλλο ένα παιχνίδι στην Κύπρο. Ο Ερντογάν ίσως να μην μπορούσε να επιβιώσει σε μια τέτοια αντιπαράθεση με την Δύση, αλλά η ζημιά στην σχέση και πάλι θα χρειαζόταν δεκαετίες για να θεραπευτεί.

ΚΟΙΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΝΟΥΜΕΡΟ ΕΝΑ

Οι Κούρδοι, από την πλευρά τους, έχουν προδοθεί και παλαιότερα. Αυτή την φορά όμως, η κουρδική επιτυχία στην Συρία είχε αυξήσει τις προσδοκίες σε ολόκληρη την περιοχή. Το γεγονός ότι η ήττα έρχεται τώρα με τη μορφή τουρκικής εισβολής και την επιστροφή του μερικού ελέγχου του Συριακού καθεστώτος, σίγουρα κατασιγάζει τις περιφερειακές ελπίδες.

Εκτός της Συρίας, οι Τούρκοι Κούρδοι θα επηρεαστούν το περισσότερο. Είχαν γίνει επιδέξιοι πολιτικοί δρώντες ακόμη και υπό κατασταλτικές συνθήκες. Το φιλοκουρδικό Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα είναι το τρίτο μεγαλύτερο στο κοινοβούλιο της Τουρκίας και πρόσφατα σάρωσε τους περισσότερους δήμους στις κουρδικές περιοχές της χώρας (ο Ερντογάν απέλυσε σχεδόν όλους τους εκλεγμένοι δημάρχους του). Το κόμμα ήταν κρίσιμο στην κατανίκηση του υποψήφιου του Ερντογάν για την Κωνσταντινούπολη στις δημοτικές εκλογές του 2019, μια πόλη που ο πρόεδρος και το κόμμα του θεωρούν απαραίτητο να κερδίζουν. Ωστόσο, το κόμμα της αντιπολίτευσης, του οποίου ο υποψήφιος αναδείχθηκε νικητής στις εκλογές, εγκατέλειψε τους Κούρδους και συντάχθηκε κάτω από την [εθνική] σημαία όταν ο τουρκικός στρατός άρχισε την εισβολή του στην Συρία.

Οι Κούρδοι είναι αναμφισβήτητα αποδυναμωμένοι, αλλά ο αυξανόμενος απολυταρχισμός του Ερντογάν τον εξασθενεί επίσης, καθώς τον οδηγεί σε εσφαλμένους υπολογισμούς με τρόπο που αποξενώνει την Τουρκία από τους συμμάχους της. Η εισβολή στην Συρία μπορεί να είναι μια τέτοια περίπτωση. Καθώς οι μαχητές του ISIS ξεφεύγουν από την φυλάκισή τους, δίνουν νέα ζωή σε μια οργάνωση που ποτέ δεν είχε εξαφανιστεί στην πραγματικότητα. Οι Ευρωπαίοι τρομοκρατούνται από την πιθανότητα να επιστρέψουν οι τζιχαντιστές και να προκαλέσουν χάος στους δρόμους τους. Θα κατηγορήσουν την Τουρκία για τον ανανεωμένο κίνδυνο ασφαλείας.

Η Άγκυρα μπορεί να νοσταλγήσει τους συμμάχους της όταν αντιμετωπίσει ένα εκρηκτικό πρόβλημα στην δική της ασφάλεια. Στο κάτω-κάτω, οι μάχες σε κάποιο σημείο θα υποχωρήσουν, και η Τουρκία θα ελέγξει σημαντικά κομμάτια του κουρδικού εδάφους της Συρίας. Αντί να δεχτούν αυτό το νέο status quo, οι YPG μπορεί να εμπλακούν σε ανταρτοπόλεμο, ίσως ακόμη και με την ενθάρρυνση του συριακού καθεστώτος. Θα ξεκινήσει μια νέα σύγκρουση, καταναλώνοντας ανθρώπους και πόρους σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος παρόμοιο με τον κουρδικό αγώνα κατά του Σαντάμ Χουσεΐν στην δεκαετία του 1990, μόνο που τώρα ο αντίπαλος θα είναι ο Ερντογάν.

Οι Κούρδοι στο Ιράκ θα αντιμετωπίσουν ένα δίλημμα. Οικονομικά, εξαρτώνται από την Τουρκία. Αλλά έχουν επιβιώσει από πολυάριθμες σφαγές και δεν μπορούν παρά να είναι συμπαθούντες ως προς την δύσκολη κατάσταση που βρίσκονται οι ομοεθνείς τους, λίγες δεκάδες μίλια μακριά. Ακριβώς όπως οι Κούρδοι παντού απεχθάνονταν τον Σαντάμ, οι Κούρδοι στο Ιράκ και αλλού θα αισθάνονται πιθανότατα με τον ίδιο τρόπο ως προς τον Ερντογάν.

Τα τέλη του περασμένου αιώνα και οι πρώτες δεκαετίες του τωρινού έγιναν μάρτυρες μιας κουρδικής αφύπνισης που καμία τουρκική εισβολή δεν θα μπορέσει να ανατρέψει. Υποστήριξα σε προηγούμενο κείμενό μου [6] στο Foreign Affairs ότι η οικοδόμηση ενός έθνους είναι μια αργή διαδικασία. Οι ήττες μπορούν να είναι τουλάχιστον τόσο ενδυναμωτικές και αναζωογονητικές όσο και οι επιτυχίες. Στις αρχές του 20ου αιώνα -την εποχή των πανίσχυρων κρατών- οι προσπάθειες για την εξάλειψη ολόκληρων πολιτισμών αποδείχθηκαν ανεπιτυχείς. Στον 21ο αιώνα -την εποχή της πληροφορίας- το κράτος εξακολουθεί να είναι ισχυρό, αλλά οι κοινωνίες είναι επίσης σε θέση να κρατήσουν ζωντανές τις ιδέες και τις ταυτότητες. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι η ιδέα ενός κουρδικού έθνους είναι πιο πιθανό τώρα να ξεθωριάσει.

Ο HENRI J. BARKEY είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στην έδρα Bernard L. and Bertha F. Cohen στο Πανεπιστήμιο Lehigh και αναπληρωτής ανώτερος συνεργάτης Μεσανατολικών Σπουδών στο Council on Foreign Relations.