Print

Saturday, 02 November 2019 Εθνικά Θέματα Hits: 95

 

Του Μαρίνου Σιζόπουλου, Προέδρου του Κόμματος ΕΔΕΚ Κύπρου.*

Σε εκδήλωση οργάνωσε το δίκτυο «Σύγχρονοι Δημοκράτες» την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη Μακεδονίας) με θέμα «Ν.Α. Μεσόγειος: Οι εύκολες στρατηγικές, εύκολα καίγονται – Συρία, Κύπρος, Αιγαίο», ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Μαρίνος Σιζόπουλος, ήταν ο κεντρικός ομιλητής.

«Η Τουρκία ως σύμμαχος της ναζιστικής Γερμανίας αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε έγκαιρα προσδιορίσει τη μεγάλη στρατηγική σημασία που είχαν για την Ευρώπη η διώρυγα του Σουέζ, οι θαλάσσιες οδοί της Αν. Μεσογείου και οι ενεργειακές πηγές της Μ. Ανατολής και της Βορ. Αφρικής.
Το 1952 για πρώτη φορά η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε ότι η Τουρκία δεν μπορεί να παραμείνει ένα μεγάλο κράτος ξηράς όπως το καθόρισε η συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Πρέπει να προχωρήσει σε θαλάσσια επέκταση για να ελέγχει τόσο τις θαλάσσιες συγκοινωνίες όσο και τις ενεργειακές πηγές της περιοχής και να μετατραπεί σε περιφερειακή δύναμη με παγκόσμια εμβέλεια.

 

Για την υλοποίηση αυτού του στόχου σχεδίασε το τουρκικό θαλάσσιο τόξο της Α. Μεσογείου το οποίο αρχίζει από τα παράλιά της πλησίον της Ρόδου και φθάνει μέχρι τη Βορ. Αφρική.

Για την επιτυχία του έπρεπε να αποτρέψει τον θαλάσσιο αποκλεισμό της από την Ελλάδα. Αυτός θα ήταν πλήρης στην περίπτωση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Πρώτος λοιπόν στρατηγικός στόχος της Τουρκίας ήταν η ματαίωση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Δεύτερος στόχος ήταν η προσάρτηση της Κύπρου στην τουρκική επικράτεια για να μπορεί να ελέγχει την ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής, τη διώρυγα του Σουέζ και το ανατολικό  τμήμα της Βορ. Αφρικής. Είναι επιβεβαιωμένο από αρχαιοτάτων χρόνων ότι όποιος ελέγχει την Κύπρο, ελέγχει την ευρύτερη περιοχή της αν. Μεσογείου.

Η ευκαιρία για την επίτευξη αυτών των στόχων δόθηκε στην Τουρκία όταν η Μ. Βρετανία για να αντιμετωπίσει τον αγώνα της ΕΟΚΑ και το αίτημα για ένωση με την Ελλάδα πρότεινε τη σύγκληση τριμερούς διάσκεψης για το κυπριακό στο Λονδίνο το Σεπτέμβριο του 1955. Η Βρετανία στη βάση του δόγματος του «διαίρει και βασίλευε» κατά παράβαση των συνθηκών των Σερβών του 1920 και της Λωζάνης με την πρότασή της προσπάθησε να εμπλέξει στο κυπριακό και την Τουρκία. Η πρότασή της δυστυχώς λόγω της υποτελούς και μυωπικής πολιτικής της τότε Ελληνικής κυβέρνησης έγινε αποδεκτή και έτσι η Τουρκία επίσημα εμπλέκεται στην επίλυση του κυπριακού ως ενδιαφερόμενο μέρος. Η τριμερής υπήρξε η πρώτη μεγάλη διπλωματική νίκη της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας.

Μετά από αυτή την εξέλιξη η Τουρκική κυβέρνηση  ανάθεσε στο συνταγματολόγο Νιχάτ Ερίμ, να ετοιμάσει σχετική έκθεση για την υλοποίηση των στόχων της όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Ο Νιχάτ Ερίμ ετοίμασε δύο εκθέσεις τις οποίες και παράδωσε στην τουρκική κυβέρνηση το Νοέμβριο του 1956. Τα βασικά σημεία των εκθέσεων του είναι:

 

Οι διεκδικήσεις στην Κύπρο να στηρίζονται σε πολιτικούς λόγους χωρίς να διαταράσσονται οι σχέσεις με τη Μ. Βρετανία.

  1. Στο νησί υπάρχουν δύο διαφορετικές εθνικές κοινότητες, η κάθε μία από τις οποίες έχει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Η λύση να αποφασισθεί με ξεχωριστά δημοψηφίσματα.

  2. Η αρχή της αυτοδιάθεσης θα πρέπει να εφαρμοσθεί με την μετακίνηση ελληνικού πληθυσμού για να υπάγεται στην διοίκηση της επιθυμίας του, αλλά και για να μην καταπατούνται τα δικαιώματα της τουρκικής κοινότητας που είναι μειοψηφία, και να διασφαλίζεται επίσης η ασφάλεια της Τουρκίας.

  3. Η Τουρκία πρέπει να καθορίσει την προσφορότερη μορφή διχοτόμησης, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά και στρατιωτικά της συμφέροντα, καθώς και τα συμφέροντα των Τ/Κυπρίων. Στην ασφάλεια της περιοχής που θα παραχωρηθεί στους Ρωμιούς της Κύπρου θα πρέπει να συμμετέχει και η Τουρκία γιατί το θέμα σχετίζεται τόσο με την ασφάλεια της ίδιας, όσο και με αυτή της Μ. Ανατολής.

  4. Πρέπει να επιδιωχθεί η ελεύθερη μετάβαση Τούρκων προς την Κύπρο. Υπό την προϋπόθεση ότι θα λάβουμε τα μέτρα μας. Το σύνολο του τουρκικού πληθυσμού μπορεί να αυξηθεί στο ποσοστό που ανερχόταν επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τότε δεν θα ανησυχούμε για την έκβαση του δημοψηφίσματος που θα γίνει είτε για τον καθορισμό του συνόλου της νήσου, είτε για τη διχοτόμηση.

Στη βάση των εκθέσεων του Νιχάτ Ερίμ το γραφείο ειδικού πολέμου του τουρκικού στρατού ανέλαβε την ευθύνη να σχεδιάσει και να εφαρμόσει το σχέδιο «επανάκτησης της Κύπρου». Ο σχεδιασμός ολοκληρώθηκε το 1957 και πρώτη ενέργεια ήταν η ίδρυση της τρομοκρατικής οργάνωσης ΤΜΤ, βασική αποστολή της  οποίας ήταν η πρόκληση εχθρότητας και αντιπαράθεσης ανάμεσα στους Ε/Κ και τους Τ/Κ για να δικαιολογηθεί στη συνέχεια ο πληθυσμιακός διαχωρισμός.

 

Κομβικό σημείο για την παραπέρα πορεία του κυπριακού υπήρξε η Αμερικανοβρετανική  συνάντηση στις Βερμούδες το Μάρτιο του 1957. Οι Βρετανοί μετά την αποτυχημένη Γαλλοβρετανική απόβαση στο Σουέζ, αποχώρησαν από τη Μ. Ανατολή και  παρέδωσαν στους Αμερικανούς τον έλεγχο της περιοχής, με αντάλλαγμα να διατηρήσουν τον έλεγχο της Κύπρου και οι ΗΠΑ να υποστηρίξουν τις Βρετανικές θέσεις για την Κύπρο στην Αθήνα.

Από την πλευρά τους οι ΗΠΑ απαίτησαν:

- η λύση να είναι η διπλή ένωση,

- να είναι αποτέλεσμα μυστικών συνομιλιών Ελλάδας και Τουρκίας υπό την εποπτεία του ΝΑΤΟ, και

- από τη λύση που θα συμφωνηθεί να μην υπάρχει νικητής και ηττημένος και να μη προκαλέσει αναταραχή στις σχέσεις των χωρών της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Το καλοκαίρι του 1957 άρχισαν στη Ζυρίχη οι συνομιλίες Ελλάδας – Τουρκίας που κατέληξαν στη συμφωνία που επικυρώθηκε το Φεβρουάριο του 1959 στο Λονδίνο για την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητη δημοκρατία.

Η Τουρκία για πρώτη φορά μετά το 1923 επέστρεψε νόμιμα σε εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με εγγυητικά δικαιώματα και μάλιστα με την παρουσία στρατευμάτων. Από το 1960 και ειδικά μετά το 1964 όταν οι Τ/κύπριοι αποχώρησαν από την κυβέρνηση και δημιούργησαν καθ΄ υπόδειξη της Τουρκίας τους αμιγείς θύλακες, το σύνθημα για διχοτόμηση (Ταξίμ) διαφοροποιήθηκε και έκτοτε προωθείται η λύση της Ομοσπονδίας με γεωγραφικό διαχωρισμό, δηλ της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ). Αυτό επιβεβαιώνεται από επίσημα έγγραφα όπως:

Η προδοσία του 1974 έφερε την Τουρκία ένα βήμα μακριά από την υλοποίηση του στόχου της. Της εξασφάλισε ισχυρό διαπραγματευτικό και γεωστρατηγικό πλεονέκτημα.

 

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 και η επιβεβαίωση της ύπαρξης κοιτασμάτων Φυσικού Αερίου (Φ.Α.) στη νότια Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη (ΑΟΖ), δημιούργησε νέα γεωστρατηγικά δεδομένα. Ισχυροποίησε την κρατική υπόσταση της Κ.Δ. αλλά παράλληλα αύξησε την τουρκική επιθετικότητα, δεδομένου ότι οι τριμερείς συνεργασίες της Κύπρου με τις χώρες της περιοχής οδηγούν την Τουρκία σε απομόνωση και μειώνουν τις πιθανότητες για την υλοποίηση του στόχου της δηλ. του ελέγχου της Αν. Μεσογείου και της Μ. Ανατολής.

Επιπρόσθετα ο κίνδυνος πλήρους αποκλεισμού της από την εκμετάλλευση και αξιοποίηση των κοιτασμάτων του Φ.Α. ειδικά μετά την αποτυχία της 5μερούς Διάσκεψης του Κρανς Μοντανά, την υποχρεώνουν σε αναπροσαρμογή της πολιτικής της επικεντρώνοντας την προσπάθειά της σε συγκεκριμένες δράσεις με προτεραιότητα:

 

Μέσα λοιπόν στο πιο πάνω πλαίσιο εντάσσονται οι συνεχείς προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας στην περιοχή καθώς και οι ασύμμετρες απειλές που εκτοξεύει σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.

Ο γεωστρατηγικός παράγοντας έχει αποδειχθεί ως ένας ισχυρός μηχανισμός πρόκλησης διεθνών προβλημάτων αλλά και επίλυσης όπως είναι το κυπριακό. Η προσεκτική αξιοποίηση της γεωγραφική θέσης της Κύπρου καθώς και των εμπλεκομένων συμφερόντων σε συνδυασμό με τα πολιτικά και διπλωματικά πλεονεκτήματα μπορούν να αναβαθμίσουν το γεωστρατηγικό ρόλο της Κύπρου και να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική της θέση με στόχο την εξισορρόπηση των πλεονεκτημάτων που διαθέτει η Τουρκία.

Η μέχρι σήμερα εμπειρία από τα 42 χρόνια συνομιλιών επιβάλλει αλλαγή τακτικής για αποτελεσματική αντιμετώπιση των τουρκικών επεκτατικών σχεδιασμών και ανάληψη πρωτοβουλιών που θα φέρουν την Τουρκία σε δύσκολη θέση πολιτική και οικονομική.

Με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή η Κύπρος από μόνης της αδυνατεί να διαμορφώσει αυτές τις προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου η διαμόρφωση ενιαίας πολιτικής Κύπρου – Ελλάδας είναι αναγκαία και απαραίτητη. Οι δύο χώρες επιβάλλεται να επικεντρώσουν την προσπάθειά τους στην αναβάθμιση του γεωστρατηγικού τους ρόλου στην περιοχή.

Η διαμόρφωση κοινής εθνικής πολιτικής πρέπει να στηριχθεί σε τρείς βασικούς πυλώνες:

Τον Πολιτικό

Με επικέντρωση τον ΟΗΕ και την Ε.Ε.

Στον ΟΗΕ σταθερή θέση πρέπει να είναι η υλοποίηση του συνόλου των αποφάσεων και των ψηφισμάτων του Σ.Α και της Γ.Σ. και όχι επιλεκτικά με την απομόνωση μιας πρόνοιας του ψηφίσματος 649 του Σ.Α. που αναφέρεται στη ΔΔΟ με πολιτική ισότητα. Αιχμή αυτής της πολιτικής πρέπει να είναι η απόφαση της Γ.Σ. της 13ης Μαΐου 1983 για σύγκληση Διεθνούς Διάσκεψης για το κυπριακό με τη συμμετοχή των 5 μονίμων μελών του Σ.Α. της Ε.Ε., των εγγυητριών χωρών και της Κ.Δ. με μοναδικό θέμα την υλοποίηση των αποφάσεων των Η.Ε. για τη διεθνή πτυχή του κυπριακού και συγκεκριμένα:

Δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις ότι η υλοποίηση των πιο πάνω είναι εύκολη. Όμως η εμμονή σε αυτά:

Όσον αφορά  την Ε.Ε. η στόχευση πρέπει να αφορά την παρεμπόδιση της  αναβάθμισης των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με την Τουρκία. Ειδικά αυτή την περίοδο όπου η τουρκική οικονομία εισέρχεται σε περίοδο ύφεσης είναι σημαντικό να παρεμποδισθεί η οικονομική αρωγή της Ε.Ε.

Τον ενεργειακό

 

Η προσεκτική και πολυεπίπεδη αξιοποίησή του θα υποβοηθήσει στη μερική εξισορρόπηση των συμφερόντων των δυνάμεων που εμπλέκονται στην περιοχή.

Έχουν ήδη αναφερθεί οι σχεδιασμοί της Άγκυρας και η τακτική που ακολουθεί για υλοποίησή τους.

Η υλοποίησή τους όμως την φέρνουν επί του παρόντος σε σύγκρουση με άλλες δύο ισχυρές χώρες της περιοχής, το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Με βάση αυτά τα δεδομένα Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να σχεδιάσουν τη  δική τους τακτική και με προσεκτική και αναβαθμισμένη κλιμάκωση να προωθήσουν την υλοποίησή της. Οι προτάσεις μας είναι συγκεκριμένες:

Τον στρατιωτικό

 

Η υλοποίηση των δύο προηγούμενων πυλώνων θα ενισχυθεί σημαντικά από ανάλογη στρατιωτική υποστήριξη, την οποία η Κύπρος αδυνατεί να προσφέρει. Σε συνεργασία όμως με την Ελλάδα τα δεδομένα αλλάζουν σημαντικά.

Επιπρόσθετα η Ελλάδα δεν πρέπει να περιορίσει το γεωστρατηγικό της ρόλο στο χώρο των Βαλκανίων όπου τις τελευταίες 10ετίες έχει περιορισθεί σημαντικά. Πρέπει να τον αναζητήσει στην Αν. Μεσόγειο και τη Μ. Ανατολή. Μπορεί να το επιτύχει αξιοποιώντας την Κύπρο. Όπως ελέγχει το θαλάσσιο τρίγωνο Κύπρος – Κρήτη – Ρόδος ουσιαστικά ελέγχει και την Αν. Μεσόγειο.

Λάθη των ελληνικών κυβερνήσεων στο παρελθόν περιόρισαν αυτή τη δυνατότητα και ενίσχυσαν την τουρκική πολιτική. Η ευκαιρία εξακολουθεί να υπάρχει. Οι συνθήκες σήμερα προσφέρονται για στενή στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου, με ενδεχόμενη εμπλοκή και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό να ενεργοποιηθεί το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και να ενισχυθεί η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Κύπρο, τόσο αριθμητικά όσο και σε επίπεδο σύγχρονων οπλικών συστημάτων.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο αγώνας αντιμετώπισης του τουρκικού επεκτατισμού είναι κοινός. Η Κύπρος δεν είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού, αλλά το τελευταίο. Εάν χαθεί η μάχη της Κύπρου θα χαθεί και η μάχη της Θράκης και του Αιγαίου.

Κλείνοντας, θα ήθελα να υπενθυμίσω αυτό που πολλές φορές μετά το 1974 ανέφερε σε ομιλίες του ο Β. Λυσσαρίδης: ότι ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι «Η Αλεξανδρεττοποίηση της Κύπρου, η Κυπροποίηση της Θράκης και η διχοτόμηση του Αιγαίου».

*Το κείμενο αποτέλεσε ομιλία του προέδρου της ΕΔΕΚ Μαρίνου Σιζόπουλου σε εκδήλωση του Δικτύου Σύγχρονων Δημοκρατών στη Θεσσαλονίκη, στις 30 Οκτωβρίου 2019.  

Πηγή: Ανιχνεύσεις