Με αφορμή το νέο βιβλίο του Robert Kagan, The world America made

 

Γράφει ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος

 

 

 

Περίληψη Κειμένου και Βιογραφικό Συγγραφέα

 

Ξεκινώντας από την περιγραφή του σύγχρονου κόσμου, στην διαμόρφωση του οποίου οι ΗΠΑ έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο, ο Αμερικανός ακαδημαϊκός Robert Kagan προσπαθεί να διαγνώσει το μέλλον, ειδικά μέσα από τις σχέσεις της Αμερικής με την Ευρώπη. Πλέον, οι διαφορετικές κατευθύνσεις είναι πασιφανείς, ωστόσο, ο στόχος είναι κοινός: η διατήρηση της ειρήνης και η οικονομική ανάπτυξη.

 

Θρυλείται ότι ο Τζων Κέυνς είχε πει κάποτε πως όταν αλλάζουν τα γεγονότα, πρέπει να αλλάζει κανείς και άποψη. Παρότι η φράση ακούγεται κυνική, πουθενά δεν ταιριάζει καλύτερα (ίσως ακριβώς λόγω και αυτού του χαρακτήρα της) παρά στους μηχανισμούς εκείνους της πολιτικής εξουσίας που διαμορφώνουν την εκάστοτε στρατηγική της και επεξεργάζονται την ιδεολογία της. Η προσαρμοστικότητα προβάλλεται συνήθως ως ιδιαίτερα αναγκαία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής όπου το κάθε εθνικό κράτος -πόσω μάλλον όταν πρόκειται για μια ηγεμονική δύναμη παγκοσμίου βεληνεκούς- είναι υποχρεωμένο να επεξεργαστεί ένα διαρκώς ευμετάβλητο διεθνές σύστημα όπου η ισορροπία δυνάμεων υπόκειται σε διαρκείς αλλαγές και όπου τα διάφορα δρώντα υποκείμενα μάχονται για να επιβάλλουν το δικό τους ιδεολογικό «πρόγραμμα» ως προς την ερμηνεία και την κατανόηση των πραγμάτων.

 

Η διαδικασία αυτή εντείνεται δε και λαμβάνει πολεμικό χαρακτήρα -πριν από το πραγματικό στο συμβολικό επίπεδο- πρωτίστως σε περιόδους κρίσης όπου το μέχρι τότε γενικώς αποδεκτό σύστημα ασφάλειας και το διεθνές status quo τίθενται για ποικίλους λόγους υπό ευρεία αμφισβήτηση. Αν αναφερόμαστε ειδικά στο πολιτικό κέντρο της εκάστοτε «αυτοκρατορίας», πριν αναπροσαρμόσει τους όρους άσκησης της ισχύος του στο χώρο επιρροής του ή ακόμη περισσότερο προχωρήσει στην επέκτασή του, οφείλει, με άλλα λόγια, να παραγάγει ένα νέο «λόγο» με τον οποίο να ερμηνεύει το «χθες» και να προκαταλαμβάνει το «αύριο», με βάση προφανώς το ιδιαίτερο συμφέρον του.

 

Στη δεκαετία του '90, μετά το απότομο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο «λόγος» αυτός ήταν απαραίτητο να ανανεωθεί με βάση το δεδομένο ότι οι ΗΠΑ είχαν ανακηρυχθεί κατά έναν αναπάντεχο τρόπο στη «μοναδική υπερδύναμη», χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι είχαν εξαφανιστεί και οι εν δυνάμει εχθροί της. Στρέφοντας την προσοχή της στη Μ. Ανατολή, ειδικοί διανοούμενοι με φήμη «αυθεντίας» όπως ο Σάμουελ Χάντινγκτον κατέθεσε το 1993, με το γνωστό άρθρο του στο Foreign Affairs περί «σύγκρουσης πολιτισμών», αναδύεται ένα νέο ιδεολογικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο οι μελλοντικοί πλανητικοί ανταγωνισμοί θα έχουν πολιτισμική βάση. Δεν θα ήταν δηλαδή στο εξής τόσο οι πολιτικές ή οι οικονομικές αιτίες που θα οδηγούσαν σε ρήξεις ή και σε πόλεμο μεταξύ των κρατών, όσο το πολιτισμικό τους υπόστρωμα.

 

ΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΕ ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να διαβαστεί και η περίφημη απόπειρα του Robert Kagan, πριν από 10 χρόνια, να ερμηνεύσει με νέους όρους το βασικό πυρήνα του «εθνικού χαρακτήρα» καθώς και τις αποκλίνουσες, όπως θεωρούσε, επιδιώξεις αναφορικά με τις διεθνείς τους σχέσεις δύο ως τότε στενότατων συμμάχων, των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ένα βαρύνον άρθρο στο Policy Review [1] που έλαβε στη συνέχεια τη μορφή βιβλίου (Of Paradise and Power. America and Europe in the new world order, Ιαν. 2003) με πολύ μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Αμερική και εκτός αυτής, ο R. Kagan επιχείρησε να νομιμοποιήσει ιδεολογικά εκείνο που φαινόταν απαραίτητο στους κύκλους του λεγόμενου νεοσυντηρητισμού στις ΗΠΑ (που ασκούσε και ασκεί μεγάλη επιρροή στα κέντρα εξουσίας της χώρας), δηλαδή τη ρήξη με τη στρατηγική τής απόλυτης ταύτισης Αμερικής και Ευρώπης στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.

 

O R. Kagan δεν είναι ένας ελάσσων «οργανικός διανοούμενος» της Ουάσινγκτον. Ο ίδιος (γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958) έχει υπηρετήσει στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ το 1984-88, όντας μάλιστα υπεύθυνος για τις ομιλίες τού τότε υπουργού Εξωτερικών, Τζορτζ Σουλτζ ενώ υπήρξε και σύμβουλος επί της εξωτερικής πολιτικής του πρώην υποψήφιου των Ρεπουμπλικανών για τις προεδρικές εκλογές του 2008, Τζον Μακέιν. Σήμερα, παραμένει μέλος διαφόρων οργάνων του Στέητ Ντηπάρτμεντ και ΜΚΟ που επηρεάζουν ή και διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική της χώρας ενώ από το 2010 είναι senior fellow σε μία από τις παλαιότερες και μεγαλύτερου κύρους δεξαμενές σκέψης της Αμερικής, το Brookings Institution (στο Center on United States and Europe). Είναι τακτικός αρθρογράφος της Washington Post, γράφοντας παράλληλα σε πολλά από τα πιο έγκυρα περιοδικά και επιθεωρήσεις της χώρας ενώ έγκυρα ΜΜΕ είχαν αναφέρει ότι ένα άρθρο του στο New Republic, τον περασμένο Φεβρουάριο, με το οποίο αντιπαρατίθεται στη θεωρία που θέλει τις ΗΠΑ να βιώνουν την πτώση τους ως παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη, απασχόλησε σε μια σύσκεψη και αυτόν ακόμη τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα που ενδιαφέρθηκε να συζητήσει με τους συμβούλους του διεξοδικά το επιχείρημα του Kagan. Για τούτο δεν αποτελεί απλώς μια «άποψη» για τη θέση της Αμερικής στον κόσμο αλλά συνιστά έναν από τους διαμορφωτές της «αλήθειας» και έναν εκφραστή της «γενικής βούλησης» που εδραιώνεται κάθε φορά στα κέντρα αποφάσεων παραγάγοντας ειδικά αποτελέσματα στο πεδίο της πραγματικότητας.

 

Τίποτα δεν συνόψιζε καλύτερα ίσως το επιχείρημα του εν λόγω άρθρου του Kagan όσο η παρομοίωση των ΗΠΑ και της Ε.Ε. με τον Άρη και την Αφροδίτη της ελληνικής μυθολογίας, αντίστοιχα. Γραμμένο σε ένα ύφος που απηχούσε μάλλον όχι τυχαία τον Θουκυδίδη [2] ως τον πρώτο «ρεαλιστή» των «διεθνών σχέσεων», ο R. Kagan υποστήριζε ότι η Αμερική και η Ευρώπη ζουν σε διαφορετικούς πλανήτες, έχουν δηλαδή αναπτύξει κατ’ ουσίαν, τα τελευταία χρόνια, αποκλίνουσες κουλτούρες. Οι Ευρωπαίοι είναι ωσάν να ζουν στην Αφροδίτη διαβάζοντας Καντ και ευχόμενοι την αιώνια ειρήνη ενώ οι Αμερικανοί ζουν στον πλανήτη Άρη, παρέα με τον Χομπς και τον Μακιαβέλι, θεωρώντας τον πόλεμο ένα απολύτως απαραίτητο εργαλείο επιβολής της ισχύος, κοινώς τη συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Οι Ευρωπαίοι προτιμούν να πείθουν παρά να επιβάλλουν, να διαπραγματεύονται παρά να απειλούν, να περιμένουν υπομονετικά την ωρίμανση μιας διαφωνίας παρά να εκβιάζουν τις καταστάσεις. Συχνά, δείχνουν μεγαλύτερη έγνοια για τα μέσα παρά για το σκοπό. Οι Αμερικανοί, από την πλευρά τους, προτιμούν το μαστίγιο από το καρότο, τα κανόνια από τη διπλωματία. Κατά συνέπεια, οι πρώτοι κλίνουν προς την πολυμέρεια στις διεθνείς σχέσεις και στην επίλυση των όποιων διαφορών στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών, αντίθετα οι δεύτεροι τείνουν προς τη μονομέρεια και είναι επιφυλακτικοί ως προς την αποτελεσματικότητα π.χ. του ΟΗΕ να δώσει λύσεις στις διεθνείς απειλές, καθώς οι ίδιοι θέλουν άμεση δράση και ταχεία αντιμετώπιση των προβλημάτων. Οι Αμερικανοί χωρίζουν τον κόσμο σε καλούς και κακούς, είναι οι σερίφηδες της διεθνούς τάξης και ενοχλούνται με τον ιδιοκτήτη του σαλούν (την Ευρώπη) που δέχεται να σερβίρει ακόμη και κακοποιούς. Από τη δική τους πλευρά, όμως, οι Ευρωπαίοι δεν θεωρούν κακό να συζητούν με όλους θεωρώντας ως «προκλήσεις» εκείνες που οι «Γιάνκηδες» βλέπουν ως «απειλές».

 

Το πιο ενδιαφέρον και διαμφισβητούμενο, όμως, σημείο της επιχειρηματολογίας του Kagan δεν ήταν το πώς αλλά το γιατί εξελίχθηκαν σε αυτό που εξελίχθηκαν οι δύο παλαιοί στρατηγικοί σύμμαχοι. Με δύο λόγια, ο συγγραφέας θεωρούσε ότι η βασική αιτία της μετεξέλιξής τους ήταν η αλλαγή στις ισορροπίες ισχύος κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

 

Οι λόγοι γι’ αυτές τις διαφορές είναι ιστορικοί. Μετά από μισό αιώνα αιματοχυσίας η Ευρώπη δεν γινόταν παρά να αποστρατιωτικοποιηθεί και να επενδύσει στην ειρήνη, έστω κι αν ο Ψυχρός πόλεμος και εν συνεχεία η απο-κομμουνιστικοποίηση του ανατολικού τμήματός της την έκανε ακόμη να φαίνεται σημαντική, γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά. Όμως, το σίγουρο ήταν ότι μετά από πέντε αιώνες είχε χάσει την αποικιοκρατική της διάσταση. Βέβαια, από τη δεκαετία του ’90, η Ε.Ε. φάνηκε σε πολλούς Αμερικανούς (π.χ. Σ. Χάντινγκτον) ότι θα ήταν οικονομικά και στρατιωτικά η νέα μεγάλη ανταγωνίστρια δύναμη, αποκαθιστώντας την πολυπολικότητα στο πλανητικό σύστημα, μετά το Ψυχρό Πόλεμο. Αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ όπως έδειξε ξεκάθαρα π.χ. η αδυναμία χάραξης μιας συντονισμένης ευρωπαϊκής πολιτικής και στρατιωτικής δράσης στον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο. Έτσι, οι στρατιωτικές δαπάνες μειώθηκαν παντού στην Ε.Ε. (εκτός της Ελλάδας).

 

Πάντως, η «παγωμάρα» στις σχέσεις των δύο πλευρών του Ατλαντικού δεν ξεκίνησε μετά το 2001 και τις επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους. Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, δεν ήταν ο νεοσυντηρητισμός ή το επαρχιώτικο ύφος του Μπους του νεώτερου. Η αφορμή είχε δοθεί ήδη από το 1997 με το αμερικανικό αίτημα για μεγαλύτερη πίεση στον Σαντάμ Χουσείν αλλά και με αφορμή το Κόσσοβο. Η αλλαγή στάσης της Ευρώπης ξεκινά από τη σχετική αποδυνάμωση της Γηραιάς Ηπείρου. Ο αδύναμος εξυμνεί πάντα τους νόμους και θέλει να παρουσιάζεται ως ιδεαλιστής, αντιθέτως ο ισχυρός φοβάται ότι οι κανόνες θα τον περιορίσουν και προτιμά να τους υποτιμά. Παρόμοιες ιδεαλιστικές απόψεις είχε και η Αμερική ως τον 18ο και εν μέρει το 19ο αιώνα. Η Ευρώπη αρέσκεται να παρουσιάζει την αλλαγή του «παραδείγματος» από μια ήπειρο που βασιζόταν μετά το 1648 στην machtpolitik και στο εθνικιστικό συμφέρον, σε μια ήπειρο όπου βασιλεύει πλέον η ειρήνη και η συνεργασία, ως μια απλή στροφή στον ιδεαλισμό. Αλλά για να γίνει η ενσωμάτωση της Γερμανίας σε αυτή τη «μεταμοντέρνα» Ευρώπη της ειρήνης και του διεθνούς δικαίου –σημειώνει ο Kagan- χρειάστηκε ως προϋπόθεση η στρατιωτική εμπλοκή της Αμερικής στις ευρωπαϊκές υποθέσεις και η καταστροφή του ναζισμού με επιβολή της (αμερικανικής) στρατιωτικής ισχύος και προφανώς όχι μέσω της πειθούς και της διπλωματίας.

 

ΤΙ ΚΟΣΜΟ «ΕΦΤΙΑΞΕ» Η ΑΜΕΡΙΚΗ;

 

Όπως έχει γράψει και ο ίδιος ο Kagan [3], το προαναφερθέν άρθρο και το επακόλουθο βιβλίο μπορεί να εκδόθηκαν μετά από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και την απόφαση της κυβέρνησης Μπους να προχωρήσει στην εισβολή στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, ωστόσο το επιχείρημα περί του «Άρη» και της «Αφροδίτης» είχε συλληφθεί από τον ίδιο τον συγγραφέα, ήδη από το 2000 όταν βρισκόταν στις Βρυξέλλες, ενώ οι απόψεις του αναφέρονταν στα διακυβεύματα της περιόδου Κλίντον, τη δεκαετία του '90. Θεωρούσε δηλαδή ότι η απομάκρυνση της Αμερικής από την Ευρώπη και της Ευρώπης από την Αμερική είχε επέλθει ήδη από τότε, και ότι οι πρωτοβουλίες του Μπους του νεώτερου μετά τις 11/9 έδωσαν απλώς την αφορμή για να επισημοποιηθεί αυτή η ρήξη, αν και ασφαλώς με δραματικό τρόπο.

 

Στη δεκαετία που μεσολάβησε από εκείνο το βιβλίο μέχρι το πιο πρόσφατο του R. Kagan, The world America made (Alfred A. Knopf, 2012) οι εξελίξεις οδήγησαν σε αναδιάταξη του διεθνούς σκηνικού. Οι δύο διακηρυγμένοι στόχοι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την εισβολή στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, δεν εκπληρώθηκαν τελικά: η «εισαγωγή» της δημοκρατίας στις δύο αυτές χώρες (με ό,τι και αν σήμαινε αυτό) επιτεύχθηκε σε πολύ μικρό βαθμό παρά την ευκολία με την οποία γκρεμίστηκαν τα παλαιά καθεστώτα τους. Εξάλλου, οι πρόσφατες εξεγέρσεις σε μια σειρά αραβικών κρατών στο Μαγκρέμπ και στη Μ. Ανατολή απέδειξαν -ασχέτως της όποιας κατάληξής τους που άλλωστε παραμένει ανοικτή- ότι η δημοκρατία είναι αποκλειστικά «αυτοφυές φυτό» το οποίο μπολιάζεται πάντα και μόνο από το «υπέδαφος» στο οποίο φυτρώνει και δεν μπορεί να μεταφυτευτεί αυθαίρετα από ξένες «εκπολιτιστικές αποστολές» ακόμη και των καλύτερων προθέσεων.

 

Ο δε περιβόητος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας μάλλον περιπλέχθηκε από την παρουσία των Αμερικανών στη Μ. Ανατολή και σίγουρα δεν περιορίστηκε από αυτή (αντίθετα, εξαπλώθηκε και σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, στη δεκαετία του 2000). Και φυσικά, δύσκολα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η εξόντωση του επικεφαλής της αλ Κάιντα, Οσάμα Μπιν Λάντεν από τις αμερικανικές ειδικές δυνάμεις το 2011 στο Πακιστάν ήταν άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα της εκστρατείας στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι ΗΠΑ αποφάσισαν να απεμπλακούν από την περιπέτεια αυτή αποσύροντας τα στρατεύματά τους προτού ολοκληρώσουν το διακηρυγμένο έργο τους. Κι αυτό που αφήνουν πίσω τους σίγουρα δεν είναι μια Μ. Ανατολή πιο φιλική απέναντί τους και με λιγότερους κινδύνους για τη διεθνή τάξη. Μπορεί να μην υπάρχει Σαντάμ Χουσείν στο Ιράκ και Ταλιμπάν στα κυβερνητικά κτίρια τής Καμπούλ (διότι έξω από αυτή παραμένουν κυρίαρχοι) αλλά υπάρχει πάντα η απειλή του Ιράν η οποία ουδόλως τιθασεύτηκε από την παρουσία των Αμερικανών στη γειτονιά του και από την στρατιωτική τους υπεροπλία.

 

Καινούργια δεδομένα λοιπόν, καινούργια πρόταση για τη θέση της Αμερικής στον κόσμο, για να παραλλάξουμε το απόφθεγμα του Κέυνς. Και πράγματι, το νέο βιβλίο του Kagan απέχει παρασάγγας, στη λογική και το ύφος του, από εκείνο του 2002. Όπως προϊδεάζει και ο ίδιος ο τίτλος του, τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει να υπερασπιστεί τον κόσμο που «έφτιαξε» η Αμερική μεταπολεμικά. Αλλά τι κόσμος είναι αυτός και από τι υλικά έχει φτιαχτεί; Όπως εξηγεί ο Kagan (εφεξής θα συνοψίζουμε το επιχείρημά του [4]), κάθε αυτοκρατορία επιβάλει το είδος της παγκόσμιας τάξης που της ταιριάζει, και τις βασικές αρχές και αξίες για τις οποίες πιστεύει ότι είναι οικουμενικές. Για την Αμερική οι αξίες αυτές βασίστηκαν στο δίπτυχο δημοκρατία-ελεύθερη αγορά [5]. Ωστόσο, την τάξη αυτή δεν την επέβαλε με πόλεμο όπως άλλες αυτοκρατορίες του παρελθόντος. Οι Αμερικανοί είναι απρόθυμοι ιμπεριαλιστές, αυτό όμως τους κάνει και λιγότερο επίφοβους ηγεμόνες. Αν ενεπλάκησαν μεταπολεμικά στην Ευρώπη ήταν γιατί τους το ζήτησαν οι Ευρωπαίοι. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Kagan, η Αμερική είναι η «Γκρέτα Γκάρμπο» του πλανήτη, θέλει να την αφήνουν ήσυχη. Πάει σε πόλεμο μόνο όταν πρέπει -αν και έχει πάει σε πολλούς. Βέβαια, έχει συνεργαστεί με δικτατορίες αλλά έχει ανατρέψει και πολλούς δικτάτορες. Υπό αυτή την έννοια, η εξωτερική της πολιτική είναι ελαφρώς σχιζοφρενική.

 

Τίποτα όμως δεν γίνεται από τύχη. Ο φιλελευθερισμός (δημοκρατία και καπιταλισμός) θριάμβευσε -λέει ο Kagan- διότι υπήρξαν μεγάλες δυνάμεις να τον υποστηρίξουν. Δεν ήταν μια ανεπίστρεπτη διαδικασία διότι υπήρξαν στο μεσοπόλεμο και μετά το ‘50 χώρες που ξανακύλησαν στη δικτατορία (Περού, Βραζιλία, Αργεντινή, Χιλή, Ελλάδα, Φιλιππίνες, Ν. Κορέα, Ινδονησία, Ταϊβάν, Πακιστάν κ.ά.). Ως το 1975, κάπου 35 χώρες στον κόσμο είχαν εγκαθιδρύσει δικτατορίες και παλινωδούσαν ανάμεσα στη δημοκρατία και τον αυταρχισμό. Το τρίτο κύμα εκδημοκρατισμού, όμως, ήρθε για να μείνει και τούτο παρά το γεγονός ότι ο καπιταλισμός γνώριζε κάμψη μετά το 1973. Παραδέχεται, βέβαια, ότι οι ΗΠΑ ακόμη και σε αυτή τη φάση δεν είχαν πρόβλημα να ανεχτούν ορισμένες δικτατορίες (Χιλή, Ελλάδα, Γουατεμάλα, Ιράν) ενώ ήταν λίγες εκείνες οι φορές που αναγκάστηκαν να υποστηρίξουν δημοκρατικά καθεστώτα λόγω ιδεαλιστικών λόγων (στον Παναμά ο Μπους πρεσβύτερος, στην Αϊτή ο Κλίντον). Πάντως, μετά το 1974 ήταν πολλές οι φορές που βοήθησαν για τον εκδημοκρατισμό ενός καθεστώτος (Γρανάδα, Ονδούρα, Ελ Σαλβαδόρ, Περού κ.ά.), κυρίως προστατεύοντας νεοπαγείς δημοκρατίες από το να κατρακυλήσουν στη δικτατορία. Το τρίτο κύμα εκδημοκρατισμού θα ήταν εφικτό κατά πάσα πιθανότητα και χωρίς τη βοήθεια των ΗΠΑ αλλά το ερώτημα είναι αν θα ήταν τόσο μεγάλο και με τόση διάρκεια. Μάλλον όχι, ισχυρίζεται ο συγγραφέας. Οι ΗΠΑ μπόλιασαν με τις δημοκρατικές νόρμες τούς διεθνείς οργανισμούς και τις διεθνείς σχέσεις, και υπήρξαν ο καταλύτης της αλλαγής, βοηθώντας στην επίσπευσή της, και είναι αμφισβητήσιμο αν δίχως την παρουσία τους θα γίνονταν ποτέ οι αλλαγές αυτές.

 

Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, είναι ο «δικός τους» κόσμος αυτός που έχουμε μπροστά μας. Η θαλάσσια κυριαρχία και ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς ήταν που έκαναν τη Μ. Βρετανία και ακολούθως τις ΗΠΑ τους γεννήτορες του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος. Στο διάστημα 1950-2000, η παγκόσμια οικονομία αναπτυσσόταν ετησίως με ρυθμό 3,9% σε σύγκριση με το 1,6% του 1820-1950. Και επίσης ο πλούτος διαχεόταν με πιο δίκαιο τρόπο ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Κυκλοφορούν και πάλι, βέβαια, όπως στις αρχές του 20ου αιώνα, τα επιχειρήματα ότι οι δημοκρατίες και οι εμπορικά αλληλεξαρτημένες χώρες δεν εμπλέκονται σε πόλεμο μεταξύ τους ιδίως αν διαθέτουν όπλα τόσο ισχυρά με τα οποία να μπορούν να αλληλοεξοντωθούν. Η εμπειρία του αιματηρού 20ου αιώνα θα έπρεπε να μας δείξει ότι κάτι τέτοιο είναι αυταπάτη.

 

Οι ΗΠΑ αυτό που κάνουν είναι να στέκονται εμπόδιο στη νέα άνοδο των παλαιότερων μεγάλων δυνάμεων που αναστάτωσαν τον κόσμο. Αν δεν υπήρχαν οι ΗΠΑ τα τελευταία 65 χρόνια δεν θα είχαν ίσως τιθασευτεί χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία ενώ η ΕΣΣΔ δεν θα σεβόταν τις κόκκινες γραμμές που τέθηκαν μεταπολεμικά στην Ευρώπη.

 

Το άλλο παράδοξο είναι ότι σε αντίθεση με το παρελθόν, οι ΗΠΑ ως υπερδύναμη δεν έχουν αμφισβητηθεί από κάποια συμμαχία ανταγωνιστικών δυνάμεων ούτε φαίνεται κάτι τέτοιο στον ορίζοντα, αφού όλοι οι άλλοι, πλην της Κίνας ίσως, δεν εξοπλίζονται με παρόμοιους ρυθμούς. Αλλά και κανείς δεν θεωρεί τις ΗΠΑ ως τέτοια απειλή ώστε να σπεύδει να εξοπλιστεί. Πολύ συχνά, όταν οι ΗΠΑ πάνε σε πόλεμο, πάνε μαζί με πολλούς ακόμη συμμάχους. Πρόκειται, όπως το θέτει ένας Κινέζος αναλυτής, για ένα «θεσμοποιημένο σύστημα ηγεμονίας». Πάντως, ο Kagan παραδέχεται ότι οι ΗΠΑ δεν δείχνουν να σέβονται πάντα το διεθνές πλαίσιο θεσμών που εν πολλοίς οι ίδιες έχουν συστήσει. Ζητούν τη συναίνεση των συμμάχων τους μόνο όταν είναι σίγουρες ότι θα την πάρουν. Γενικά, πάντως, χαίρουν αποδοχής και τούτο διότι οι περισσότερες χώρες συμμερίζονται την αίσθηση του σωστού και του λάθους που έχουν θέσει οι ΗΠΑ. Άλλωστε, την Αμερική την έχουν ανάγκη και για τους περιφερειακούς τους ανταγωνισμούς, και συχνά καταφεύγουν σε αυτή για να ζητήσουν τη συνδρομή της.

 

ΜΟΝΟΠΟΛΙΚΟΣ Ή ΠΟΛΥΠΟΛΙΚΟΣ Ο ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ;

 

Δεν είναι, συνεπώς, ο εκδημοκρατισμός, η αλληλεξάρτηση και η παγκοσμιοποίηση που έχουν αποτρέψει τον πόλεμο μεταξύ των μεγάλων αλλά το γεγονός ότι η αμερικανική ισχύς χαίρει τόσο μεγάλης αποδοχής. Τα εθνικά κράτη συνεχίζουν να πολεμούν για εδάφη, δεν άλλαξε αυτό. Και είναι ακόμη πρώιμο να αποφανθούμε αν τα έθνη πήγαν οριστικά στην πλευρά τής ειρήνης. Αν ίσχυε αυτό, τότε θα μείωναν τους εξοπλισμούς. Αντιθέτως, όλοι πλην της Ευρώπης τούς αυξάνουν. Αν κάτι τους αποτρέπει από το να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους είναι η διασπορά της στρατιωτικής ισχύος, γεγονός που καθιστά ασύμφορο τον πόλεμο.

 

Η Κίνα μπορεί να είναι ισχυρή οικονομικά αλλά πολύ δύσκολα θα γίνει εφάμιλλης ισχύος με τις ΗΠΑ διότι περιστοιχίζεται στην περιοχή της από ισχυρές ανταγωνιστικές δυνάμεις όπως η Ιαπωνία και η Ινδία. Ένα πιθανό σενάριο είναι οι ΗΠΑ να παραμείνουν η πρώτη δύναμη μεταξύ ίσων σε έναν πολυπολικό κόσμο όπως εκείνος του 19ου αιώνα. Σε έναν τέτοιο κόσμο πάντως, εκτιμά ο Αμερικανός συγγραφέας, δεν είναι δεδομένο ότι θα προάγονται οι δημοκρατικές αξίες διότι δυνάμεις με αυταρχικά καθεστώτα όπως η Ρωσία και η Κίνα δεν ενδιαφέρονται για τη δημοκρατία. Αλλά αν υποστεί σχετική αποδυνάμωση η Αμερική, τότε πιθανόν αυτό να επιφέρει και την αποδυνάμωση της δημοκρατίας παγκοσμίως, καθώς το ίδιο συνέβη και με την άνοδο και την πτώση του φασισμού και του κομμουνισμού τον 20ο αιώνα.

 

Ο έλεγχος της θάλασσας ήταν και είναι ακόμη το πιο κρίσιμο ζήτημα για την ηγεμονία μιας παγκόσμιας δύναμης, και μόνο οι ΗΠΑ μπορούν και θέλουν να διασφαλίσουν σήμερα ανοικτές θάλασσες. Πάντοτε, το ελεύθερο εμπόριο διασφαλιζόταν μόνο όταν ηγεμόνευε μία και μόνο δύναμη. Αντίθετα, αν επέρχονταν σχετική ισορροπία δυνάμεων, η Κίνα μάλλον θα φρόντιζε να κλείσει το «σύστημα» και όχι να το ανοίξει περισσότερο. Οι ηγεμονεύουσες δυνάμεις θέλουν παραδοσιακά ανοικτές αγορές και όχι προστατευτικές. Αντίθετα, η Κίνα εφαρμόζει προστατευτισμό, και αν επικρατήσει παγκοσμίως, θα είναι η πρώτη φορά που μια ηγεμονεύουσα δύναμη θα τίθεται κατά των ανοικτών αγορών. Επιπλέον, ο κινεζικός όπως και ο ρώσικος καπιταλισμός είναι εν πολλοίς κρατικός δηλ. δεν ενδιαφέρεται τόσο ή μόνο για το κέρδος όσο για την επαύξηση της κρατικής ισχύος και της κρατικής ασφάλειας. Και πάντως, μπορεί η Κίνα να είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου ως προς το ΑΕΠ αλλά το κατά κεφαλήν της εισόδημα είναι ακόμη τριτοκοσμικό. Ας έχουμε επίσης υπόψη, μας υπενθυμίζει ο Kagan, ότι το Πεκίνο καλείται να κληρονομήσει έναν κόσμο στη δόμηση του οποίου δεν είχε καμία συμμετοχή και ο οποίος δεν απηχεί τον τρόπο που το ίδιο καταλαβαίνει τα πράγματα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι ούτε και οι ΗΠΑ είχαν φιλοδοξίες να αναλάβουν ευθύνες πλανητικής δύναμης το 1940 και το έκαναν μόνο επειδή αναγκάστηκαν.

 

Σε κάθε περίπτωση, ένας πολυπολικός κόσμος δεν είναι αναγκαστικά πιο φιλειρηνικός όπως έδειξε ο 19ος αιώνας που χαρακτηρίστηκε π.χ. από τον αιματηρό Κριμαϊκό πόλεμο. Αν αποδυναμωθεί η Αμερική, θα ενδυναμωθούν οι φιλοδοξίες της Κίνας και της Ρωσίας. Και είναι γνωστό ότι η απόκτηση ισχύος αλλάζει τη συμπεριφορά των κατόχων της.

 

Πολλοί λένε ότι για να διατηρηθεί το σημερινό κοσμοσύστημα ακόμη και αν χάσει η Αμερική την ηγεμονία, η λύση είναι να συσταθούν διεθνείς δομές που να απηχούν τις φιλελεύθερες αξίες. Η λεγόμενη διεθνής κοινότητα και τα όργανά της με πρώτο τον ΟΗΕ δεν έγιναν όμως ποτέ πλήρως αποδεκτά από όλους. Και να σκεφτεί κανείς ότι υπήρχε και το φόβητρο της Αμερικής (αν και συχνά ούτε η ίδια σεβόταν τίποτα από όλα αυτά). Αν δεν υπάρχει μία ισχυρή παγκόσμια δύναμη να μπορεί να εφαρμόσει δια της στρατιωτικής της ισχύος τις αποφάσεις της διεθνούς κοινότητας τότε αυτές ποτέ δεν θα μπορέσουν να μακροημερεύσουν.

 

Ασκώντας κριτική στους φιλελεύθερους διεθνιστές, ο Kagan θεωρεί ότι η φιλελεύθερη διεθνής τάξη δεν κυριάρχησε επειδή ήταν «σωστή και δίκαιη» αλλά διότι κάποια μεγάλη δύναμη είχε την ισχύ να την επιβάλλει ενάντια στις μη φιλελεύθερες δυνάμεις. Ο Μπιλ Κλίντον έφυγε από το Λευκό Οίκο πιστεύοντας ότι έπρεπε να φτιάξουμε έναν κόσμο όπου οι αξίες που επέβαλε η Αμερική θα συνεχίσουν να υπάρχουν ακόμη και όταν η Αμερική δεν θα είναι η μοναδική υπερδύναμη. Αλλά αυτό δεν είναι απλό να γίνει διότι συνήθως όταν παρακμάζει μια ηγεμονική δύναμη παρακμάζουν και οι αρχές της και οι διεθνείς θεσμοί που η ίδια είχε συστήσει. Ενδεικτικά, το 2005, είχαμε 123 αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες παγκοσμίως, το 2011 είχαμε πέσει στις 115. Εξάλλου ακόμη και ο μέχρι πρότινος παγκοσμίως αποδεκτός φιλελεύθερος καπιταλισμός γνωρίζει νέα μεγάλη κρίση και αμφισβήτηση μετά την αμερικανική (και ακολούθως ευρωπαϊκή) κρίση που ξέσπασε το 2008.

 

Η ΕΠΙΜΟΝΗ PAX AMERICANA

 

Έχει άραγε αρχίσει το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας; Αυτό είναι από τα κρισιμότερα ερωτήματα που απασχολεί τον Kagan -και το οποίο ασφαλώς πρέπει να μας απασχολήσει όλους. Μάλλον όχι υποστηρίζει ο ίδιος, και σίγουρα είναι δύσκολο να κρίνουμε από λίγα μόλις χρόνια αποτυχιών των ΗΠΑ. Η πτώση των μεγάλων δυνάμεων διαρκεί πολλές δεκαετίες όπως π.χ. της Μ. Βρετανίας (όπως πολύ περισσότερο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα μπορούσε κανείς να συμπληρώσει). Για να δούμε αν μία μεγάλη δύναμη έχει πάρει το δρόμο της παρακμής, θα πρέπει να εξετάσουμε τρία πράγματα, μας λέει ο συγγραφέας: τη δυναμική τής οικονομίας της (και όχι μόνο το ΑΕΠ της), τη στρατιωτική της τεχνολογία συγκριτικά με τους εν δυνάμει ανταγωνιστές της όπως επίσης την επιρροή της στη διεθνή κοινότητα. Δεν πρέπει να κρίνουμε από τη σημερινή οικονομική κρίση και μόνο διότι η Αμερική έχει περάσει και από άλλες ανάλογες μεγάλες κρίσεις τις δεκαετίες του 1890, του 1930 και του 1970, και όμως κατάφερε να ανακάμψει και να βγει ισχυρότερη. Και δεν σημαίνει καθόλου ότι επειδή χώρες όπως η Ινδία, η Βραζιλία και η Τουρκία αναπτύσσονται με ψηλούς ρυθμούς, αυτό θα τις μετατρέψει αυτόματα και σε μεγάλες δυνάμεις. Η ενίσχυση των ανταγωνιστών της δεν είναι πρόβλημα για τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες είδαν τη Γερμανία και την Ιαπωνία να κερδίζουν ταχύτατα έδαφος μεταπολεμικά χωρίς να τους δημιουργήσουν πρόβλημα αφού εξελίχτηκαν σε στενότατους συμμάχους της. Ούτε φυσικά και στο στρατιωτικό σκέλος μπορεί να κανείς να ισχυριστεί βάσιμα ότι πρόκειται το αμερικανικό Πεντάγωνο να έχει στο ορατό μέλλον κανέναν σοβαρό ανταγωνιστή -αν και βέβαια οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν δείχνουν ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο όταν έχεις να πολεμήσεις απέναντι σε αντάρτικο και τρομοκράτες.

 

Πρέπει, όμως, να παραδεχτούμε ότι άσχετα με το που οφείλεται αυτό, η αμερικανική ισχύς είναι σήμερα αποδυναμωμένη. Όχι ότι ήταν ποτέ παντοδύναμη, αυτό είναι μύθος, εξηγεί ο Kagan. Ας θυμηθούμε ότι το 1949 η κομμουνιστική επανάσταση στην Κίνα και άλλες εξεγέρσεις στην Ινδοκίνα και αλλού έκαναν τον τότε Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Ντ. Άτσεσον να παραδέχεται ότι τα πράγματα στην Ασία εξελίσσονταν «έξω από τον έλεγχο» των ΗΠΑ και ότι την ίδια χρονιά η ΕΣΣΔ ανακοίνωνε την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Μάλιστα, η Ουάσινγκτον εξέφραζε τότε φόβους ότι σε δέκα χρόνια η ΕΣΣΔ θα ήταν τόσο ισχυρή ώστε να μπορεί να πλήξει τις ΗΠΑ στο έδαφός τους.

 

Ούτε και είναι αλήθεια ότι η Αμερική σαγήνευε τον κόσμο μέσω της κουλτούρας της. Τις πρώτες τρεις μεταπολεμικές δεκαετίες υπήρχαν πολλά κράτη στην Ευρώπη και στον Τρίτο Κόσμο που έτρεφαν έντονα αντιαμερικανικά αισθήματα ενώ σε αυτό συντελούσε και ο ρατσισμός και άλλα διόλου κολακευτικά φαινόμενα στο εσωτερικό των ΗΠΑ (δολοφονίες Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Τζ.Φ. Κέννεντυ, σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ, ανατροπή καθεστώτων σε Ιράν, Γουατεμάλα, Δομηνικανή Δημοκρατία, με αμερικανικό δάκτυλο, ο πόλεμος στο Βιετνάμ, ίσως πάνω από όλα κ.ά.). Αλλά και ο αμερικανικός καπιταλισμός δεν φάνταζε σε όλους στον κόσμο το ίδιο θελκτικός. Πολλά κράτη, ιδίως στον Τρίτο Κόσμο, έβρισκαν προτιμότερο το σοβιετικό μοντέλο οικονομίας που είναι αλήθεια ότι φαινόταν ακόμη τότε εξίσου παραγωγικό με το δυτικό. Από τη δεκαετία του '60 ως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο ΟΗΕ έγινε ο βασικός χώρος έκφρασης του αντιαμερικανισμού. Διαπιστώνουμε σήμερα, συχνά με απογοήτευση, ότι οι ΗΠΑ δεν ασκούν επιρροή στο χώρο της Μ. Ανατολής αλλά ας θυμηθούμε ότι το '70 δεν μπορούσαν ούτε καν να αποτρέψουν έναν πόλεμο μεταξύ χωρών της περιοχής.

 

Δεν είναι, πάντως, εντελώς αβάσιμη η εντύπωση ότι η αμερικανική ηγεμονία έχει υποστεί πτώση, μόνο που θα πρέπει να θέσουμε κριτήρια για να δούμε σε τι βαθμό. Ένας λόγος για την εντύπωσή μας αυτή είναι ότι έχουν σήμερα δημοκρατία πολύ περισσότερα κράτη από ό,τι στο παρελθόν, συνεπώς είναι δυσκολότερο μια εξωτερική δύναμη να ασκήσει την ισχύ της επ' αυτών, ενώ -σύμφωνα πάντα με τον Kagan- η εντύπωση αυτή εξηγείται επιπροσθέτως και από το γεγονός ότι η Αμερική ασκεί πιο δημοκρατικά την παγκόσμια ηγεμονία της. Αντικειμενικούς περιορισμούς στην ηγεμονία της θέτει οπωσδήποτε και το γεγονός ότι η τελευταία είναι «νησί». Το βασικό θέμα ωστόσο είναι αν εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να διατηρεί την παγκόσμια τάξη, και σε αυτό το ζήτημα έχει τις ίδιες δυνατότητες και αδυναμίες όπως παλαιότερα, εκτιμά ο ίδιος. Στο Ιράκ, η Αμερική τα πήγε καλύτερα απ’ ό,τι στο Βιετνάμ αλλά αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα με το πυρηνικό οπλοστάσιο του Ιράν. Από την άλλη, ήταν πιο αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας απ’ ό,τι το '90. Τέλος, μπορεί όντως να αποδυναμώθηκαν οι σύμμαχοί της στην Ευρώπη αλλά ενδυναμώθηκαν οι φίλοι της στην Ασία (π.χ. Ινδία), εξισορροπώντας κάπως τα πράγματα. Άλλωστε είναι σαφές ότι στην εξωτερική πολιτική κυρίως αποτυγχάνεις παρά επιτυγχάνεις.

 

Στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, οι ΗΠΑ ακολούθησαν μια πολιτική συμμαχιών στην Ευρώπη απέναντι στην ΕΣΣΔ η οποία βρισκόταν συγκριτικά σε καλύτερη γεωστρατηγική θέση. Κι όμως, παρότι αρχικά κατηγορήθηκε ως ενδοτική, χάρη σε αυτή την πολιτική επικράτησε η Ουάσινγκτον. Σήμερα, η Κίνα αν και είναι πλουσιότερη σε υλικούς πόρους βρίσκεται σε χειρότερη θέση. Υπάρχουν γύρω της ισχυρές χώρες που είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ και οι τελευταίες συνεχίζουν να είναι κυρίαρχες για την ώρα στο δυτικό Ειρηνικό.

 

ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

 

Ένα από τα επιχειρήματα των απομονωτιστών ή όσων αμφισβητούν την ικανότητά των ΗΠΑ να συνεχίζουν να παίζουν τον ρόλο της «αυτοκρατορίας» είναι ότι οι Αμερικανοί πρέπει να αποσυρθούν από τα πλανητικά τους καθήκοντα διότι έχουν πάρα πολλά προβλήματα να αντιμετωπίσουν στο εσωτερικό της χώρας, οικονομικά, κοινωνικά κλπ. Όμως, είναι στ’ αλήθεια τόσο απαγορευτικό το κόστος του ρόλου αυτού; Ο Kagan αναφέρει επ' αυτού ότι μεταπολεμικά, η Αμερική διατηρούσε σε πλανητικό επίπεδο πάνω από ένα εκατομμύριο στρατεύματα ενώ σήμερα μόνο τα μισά περίπου, και τούτο παρά το γεγονός ότι ο σημερινός πληθυσμός της είναι διπλάσιος από τότε. Και στοιχίζει, εντέλει, αυτή όλη η επένδυση τόσο ακριβά; Όχι τόσο, θεωρεί ο ίδιος, διότι οι στρατιωτικές δαπάνες αποτελούν μόνο το 4% του ΑΕΠ των ΗΠΑ και ίσως και λιγότερο στο μέλλον, άρα είναι διαχειρίσιμες, και πάντως δεν είναι αυτές που δημιουργούν το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Άλλωστε, υπάρχουν οφέλη από την αμερικανική παγκόσμια κυριαρχία τα οποία θα εκτιμούσαμε μόνο αν χάνονταν: περιφερειακοί πόλεμοι που θα ξεσπούσαν ανεξέλεγκτοι, θαλάσσιοι εμπορικοί δρόμοι που δεν θα ήταν πλέον ασφαλείς κλπ. Αυτά είναι ανεκτίμητα δώρα και πάντως στοιχίζουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι π.χ. 100 δισ. δολάρια που θα μπορούσαν να είναι θεωρητικά οι περικοπές στις στρατιωτικές δαπάνες, θεωρεί ο Αμερικανός αναλυτής.

 

Το ερώτημα συνεπώς, προκειμένου να μην κινδυνεύσει η παγκόσμια κυριαρχία τους, είναι σε ποιο βαθμό, μπορούν οι ΗΠΑ πράγματι να αντιμετωπίσουν πρωτίστως τα εσωτερικά οικονομικά και πολιτικά τους προβλήματα, που είναι όντως σοβαρά. Αν όμως συγκρίνει κανείς τη σημερινή της κατάσταση με τα εξίσου μεγάλα προβλήματά της το '70 (Ουότεργκεϊτ, Βιετνάμ, στασιμοπληθωρισμός, ενεργειακή κρίση) μπορεί τουλάχιστον να είναι αισιόδοξος ότι δεν είναι ανυπέρβλητα τα νέα αυτά εμπόδια. Αν μη τι άλλο, το αμερικανικό κρατικό και κοινωνικό σύστημα έχει επιδείξει τάσεις μεγάλης προσαρμοστικότητας. Οι ιδρυτές πατέρες τής αμερικανικής δημοκρατίας έφτιαξαν ένα πολιτικό καθεστώς σίγουρα αργό αλλά το οποίο διαθέτει τον τρόπο να βρίσκει συνήθως την τελευταία στιγμή το πώς να υπερβαίνει τέτοιες δυσκολίες -αν και αυτό θα αποτελεί πάντα μια αβέβαιη πρόκληση. Άλλωστε ούτε και οι ανταγωνιστές της Αμερικής έχουν λιγότερες προκλήσεις να αντιμετωπίσουν. Ποιός μπορεί να πει με σιγουριά, ας πούμε, ότι η Κίνα θα μπορεί στο μέλλον να οργανώνει τόσο επιτυχώς σε κεντρικό επίπεδο την οικονομία της, χωρίς πολιτικές, κοινωνικές ή μειονοτικές αντιδράσεις; Ο πιο μεγάλος κίνδυνος για την Αμερική δεν είναι ίσως οι εξωτερικοί ανταγωνιστές της αλλά οι φωνές των απομονωτιστών στο εσωτερικό της που πάντοτε φαντασιώνονται ότι μπορούν να ζουν σε μια πλούσια χώρα χωρίς πλανητικές ευθύνες – και πολλοί υποψήφιοι Πρόεδροι μοιράζουν κατά καιρούς τέτοιες υποσχέσεις αν και ως τώρα ποτέ δεν τις έχουν εκπληρώσει από την στιγμή που αναλαμβάνουν τον Λευκό Οίκο.

 

Αλλά η σημερινή παγκόσμια τάξη δεν θα συνεχίσει να υφίσταται από μόνη της αν έπαυε η αμερικανική εμπλοκή. Η τύχη των Αμερικανών είναι κατά συνέπεια στα δικά τους χέρια. Η «πτώση» είναι κατά κάποιο τρόπο πάντα μια απόφαση. Οι μεγάλες δυνάμεις ακμάζουν και παρακμάζουν αλλά το θέμα είναι πότε. Για να παρατείνει τη μονοκρατορία της η Αμερική πρέπει να δώσει προσοχή σε τρία πράγματα: την πολιτική, την οικονομία και την ασφάλεια τα οποία είναι πεδία αλληλο-διαπλεκόμενα.

 

Είναι πρωτίστως προς το συμφέρον των Αμερικανών να πιέσουν για έναν κόσμο πιο φιλελεύθερο και πιο δημοκρατικό, για έναν κόσμο ανοικτών θυρών. Μια πιο δημοκρατική Κίνα θα είναι μια χώρα την οποία οι ΗΠΑ θα μπορούν να εμπιστευτούν πιο εύκολα από μια αυταρχική Κίνα. Και όπως η Μ. Βρετανία παρέδωσε πιο εύκολα την παγκόσμια ηγεμονία στις ΗΠΑ επειδή ήταν φιλελεύθερη και δημοκρατική, και όπως η Αμερική παραχώρησε εξουσία στη μεταπολεμική Ευρώπη, έτσι θα μπορούσε να παραχωρήσει και στην Ασία.
Οικονομικά πρέπει η Αμερική μαζί με την Ευρώπη να επιβάλλουν πλήρως τους κανόνες τού ελεύθερου εμπορίου και να μην υποταχτούν στις όποιες τάσεις προστατευτισμού. Αυτό είναι εφικτό να το επιτύχουν διότι κατέχουν το μισό ΑΕΠ του πλανήτη.

 

Όσο για τα ζητήματα ασφάλειας, πολλοί ζητούν αντί για τις στρατιωτικές δαπάνες οι Αμερικανοί να επενδύσουν περισσότερο στις μεθόδους ήπιας ισχύος. Αλλά αυτό είναι συζητήσιμο, πιστεύει ο Kagan, γιατί ούτε ο πρόεδρος Ουίλσον ούτε ο πρόεδρος Κέννεντι κατάφεραν, παρά τη μεγάλη διεθνή δημοτικότητά τους, να πετύχουν στις διαπραγματεύσεις τους με τους Ευρωπαίους και τους Σοβιετικούς, αντίστοιχα. Οι ΗΠΑ δεν «αγαπήθηκαν» για τα ιδανικά τους αλλά για την ισχύ τους, τον τρόπο και το λόγο που χρησιμοποίησαν την ισχύ αυτή. Δεν μπορεί να υπάρξει παγκόσμια τάξη χωρίς στρατιωτική ισχύ που να επιβάλλει την ειρήνη, τους διεθνούς θεσμούς, τη διεθνή νομιμότητα.

 

Οι Αμερικανοί καλούνται για ακόμη μια φορά να αποφασίσουν πως και τι θέλουν να προστατέψουν από τον κόσμο που έφτιαξαν οι ίδιοι. Κάποια στιγμή είναι σίγουρο ότι θα τον δουν να διαλύεται αλλά αυτή τη στιγμή έχουν τη δυνατότητα να κάνουν επιλογές που θα παρατείνουν τη ζωή του. Είναι ένας κόσμος που αλλάζει αλλά η ιστορία μάς βοηθάει να κατανοήσουμε την ιδιαιτερότητά του.

 

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ Ε.Ε.

 

Κάπως έτσι περιγράφεται ο κόσμος που «έφτιαξε» η Αμερική καθώς και οι προκλήσεις της από εδώ και πέρα. Είναι φανερό ότι το ύφος και πολλά από τα επιχειρήματα του Kagan ιδίως για τις σχέσεις Αμερικής – Ευρώπης έχουν γίνει ηπιότερα και πιο διαλλακτικά. Ο συγγραφέας προτείνει έναν κόσμο στον οποίο οι δύο πλευρές του Ατλαντικού θα πρέπει να συνεχίσουν να συνεργάζονται προκειμένου να προωθήσουν τις κοινές τους αξίες. Ο νέος αυτός συμβιβασμός, ωστόσο, δεν οδηγεί τον Kagan -έναν γνήσιο οπαδό του «φυσικού δικαίου»- να απεμπολήσει την πρώτη βασική του αρχή στις διεθνείς σχέσεις: ότι η βάση όλων είναι η στρατιωτική ισχύς και η χρήση ή η απειλή χρήσης της από εκείνον που τη διαθέτει, ανάλογα με το συσχετισμό δυνάμεων.

 

Η αναγωγή, όμως, όλων των ερμηνειών στον παράγοντα της ισχύος είναι ταυτολογική («επιλέγω την ισχύ των όπλων επειδή είμαι ισχυρός στρατιωτικά») και ιστορικά αναπόδεικτη. Άλλωστε, το ίδιο αυτό επιχείρημα θα μπορούσε να το στρέψει κανείς εναντίον του νέου βιβλίου του Kagan: αν σήμερα οι ΗΠΑ επιλέγουν την πολυμέρεια είναι διότι αποδυναμώθηκαν μετά τις σχετικές αποτυχίες τους στη Μ. Ανατολή. Αλλά δεν αρκεί αυτή η παρατήρηση. Η λογική του Kagan ήταν και είναι διατυπωμένη από το παρατηρητήριο της Ουάσινγκτον και είναι συνεπώς μια «αυτοκρατορική» λογική που αξιώνει να παράξει ιδιαίτερες «αλήθειες». Βεβαίως, πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι η ιστορική του παιδεία και η διαύγεια της σκέψης του δίνουν τροφή για προβληματισμό καθότι πρόκειται για έναν φωτισμένο νεοσυντηρητικό άσχετα αν ο ίδιος (όπως άλλωστε όλοι οι συντηρητικοί [6]) απορρίπτει το χαρακτηρισμό αυτό για τον εαυτό του. Θα πρέπει, όμως, από την πλευρά μας όσοι υφιστάμεθα τις επιλογές της «αυτοκρατορίας», να ελέγξουμε κριτικά τις «αλήθειες» αυτές, από διαφορετικά παρατηρητήρια, ώστε να τις σχετικοποιήσουμε και να δείξουμε τα λογικά και πραγματολογικά τους χάσματα.

 

Είναι αναμφίβολο γεγονός, ας πούμε, όπως επισημαίνει ο Kagan, ότι οι μεγάλες παραδοσιακές δυνάμεις της ηπειρωτικής Ευρώπης, η Γαλλία και η Γερμανία έπαψαν μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο να αποτελούν αποικιοκρατικές δυνάμεις, όπως έπαψε να είναι αυτοκρατορία και η Μ. Βρετανία χάνοντας μία-μία όλες τις αποικίες της, τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Όμως, η προσήλωση των δυνάμεων αυτών μεταπολεμικά στην ειρήνη και στην οικοδόμηση της συνεργασίας εντός της ηπείρου, που κατέληξε στο εξαιρετικά δύσκολο και εντελώς πρωτότυπο εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της αποδυνάμωσής τους αλλά και συνειδητή επιλογή, λόγω των ενδοευρωπαϊκών ειδικών συνθηκών, αλλά και της πολύ βαριάς ιστορικής μνήμης που καλούνταν να διαχειριστούν. Από τεχνική άποψη, τίποτα δεν εμπόδιζε π.χ. τη Γαλλία, που ήταν και παραμένει πυρηνική δύναμη, να συνεχίσει να επενδύει σημαντικά ποσά στη στρατιωτική της δύναμη (αν και όχι φυσικά όσα οι ΗΠΑ) ενώ και η Γερμανία παρά τους διεθνείς περιορισμούς στον επανεξοπλισμό της, δεν σταμάτησε να είναι ένας σημαντικός κατασκευαστής οπλικών συστημάτων προορισμένων φυσικά κυρίως για εξαγωγή.

 

Αν και βέβαια δεν θα μπορούσαν ποτέ να ανταγωνιστούν τους Αμερικανούς σε δύναμη πυρός και σε στρατιωτική τεχνολογία, ο λόγος της μη επένδυσης στη στρατιωτική ισχύ από την πλευρά των Ευρωπαίων, μεταπολεμικά, έχει κυρίως να κάνει, κατά ένα παράδοξο τρόπο, με τη συνέχιση των εθνικιστικών ανταγωνισμών μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της Γηραιάς Ηπείρου. Την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο μεγάλος φόβος της Γαλλίας παρέμενε η Γερμανία, η τιθάσευση της οποίας αλλά και η πρόσβαση στις πρώτες ύλες της Ρουρ συνιστούσε τη βασική προτεραιότητα του Παρισιού στις διπλωματικές του πιέσεις προς τους υπερατλαντικούς συμμάχους. Οι Αμερικανοί ωστόσο που δεν συμμερίζονταν τις γαλλικές ανησυχίες και που πίστευαν στις θετικές επενέργειες μιας εκ νέου αναπτυγμένης και εκδημοκρατισμένης Δυτικής Γερμανίας, έσπευσαν να απορρίψουν τα σχέδια της Γαλλίας για τη διατήρηση της γείτονός της σε μόνιμη καταστολή.

 

Η Διακήρυξη Schuman (9 Μαΐου 1950), το τρίτο στη σειρά σχέδιο που παρουσίασαν οι Γάλλοι τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, η οποία συνίστατο στη στενότερη οικονομική συνεργασία ανάμεσα σε έξι κράτη (Γαλλία, Δ. Γερμανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Βέλγιο και Λουξεμβούργο) υπό την ομπρέλα μιας υπερεθνικής Κοινότητας (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα), ήταν ακριβώς η συμβιβαστική αλλά και όπως αποδείχτηκε χρυσή λύση για τη δημιουργία αλληλεξαρτήσεων και σταθερών θεσμών διεθνικής συνεργασίας μεταξύ πρώην εχθρών. Το σχέδιο βρήκε ευήκοα ώτα και στη Δυτ. Γερμανία καθώς η Βόννη επιζητούσε έναν τρόπο να επανεισαχθεί η χώρα ως ισότιμο μέλος στη διεθνή κοινότητα. Συνεπώς, δεν ήταν ότι οι ενδοευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί έπαψαν μονομιάς μεταπολεμικά να υφίστανται εξαιτίας της επικράτησης των «ιδεαλιστών» και των «πασιφιστών», αλλά ότι τα ευρωπαϊκά έθνη είχαν πλέον συνειδητοποιήσει ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος να ακολουθήσουν παρά ο ειρηνικός και ότι ακόμη και αυτή η εξημέρωση της γερμανικής «ιδιαιτερότητας» μπορούσε να επιλυθεί με μόνιμο τρόπο μόνο μέσα από μια ενωμένη Ευρώπη [7].

 

Διότι, όσο κι αν ο εθνικισμός ήταν και παραμένει η μεγάλη ασθένεια της Ευρώπης, δεν θα μπορούσε μεταπολεμικά παρά να πάρει μια ειρηνική μορφή βασισμένη στη διαπραγμάτευση και τη συνεργασία μέσω της διαρκούς διαβούλευσης οικονομικά αλληλεξαρτημένων κρατών (σε πρώτη φάση), εξαιτίας ακριβώς της φρικτής συλλογικής μνήμης που βάραινε την ήπειρο. Αν μείνουμε μόνο στον 20ο αιώνα, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ήταν κυρίως ευρωπαϊκοί «εμφύλιοι», και η ευρωπαϊκή ήπειρος το βασικό θέατρο των συγκρούσεών τους, αφήνοντας τις περισσότερες χώρες στην επικράτειά της κατεστραμμένες και αποδεκατισμένες. Οι δε βασικές αιτίες γι' αυτόν τον φοβερό Αρμαγεδόνα ήταν, όπως είπαμε, οι επιθετικοί εθνικισμοί αλλά και οι ακραίες ιδεολογίες του φασισμού και του ναζισμού που είχαν τις ρίζες τους στο ρατσισμό και την απόρριψη του Άλλου -ιδέες και συστήματα σκέψης που δυστυχώς γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν τους προηγούμενους αιώνες στην άλλοτε ακμάζουσα αλλά και αντιφατική αυτή περιοχή του πλανήτη, οδηγώντας στο μεγαλύτερο έγκλημα στην ανθρώπινη ιστορία, το εβραϊκό ολοκαύτωμα.

 

Έτσι, μετά την άνευ προηγουμένου εμπειρία των ολοκληρωτικών αυτών πολέμων που δεν άφησαν τίποτε όρθιο, η δυτική Ευρώπη, τουλάχιστον, δεν είχε άλλη επιλογή από την επινόηση μιας φόρμουλας που έστω αργά-αργά και βήμα-βήμα θα αποδυνάμωνε τους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς και ταυτόχρονα θα ενίσχυε τους δημοκρατικούς θεσμούς, περιθωριοποιώντας τις ακραίες φωνές της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού. Σήμερα μοιάζει αυτονόητο, όταν δεν υποτιμάται μάλιστα λόγω της γενικευμένης απαισιοδοξίας λόγω της διαχείρισης τής εν εξελίξει κρίσης τής ευρωζώνης από τους ισχυρούς της Ε.Ε., αλλά το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό και διόλου προδικασμένο: μια σχεδόν 70ετής αδιασάλευτη ειρήνη (με την εξαίρεση του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου) και μία αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στις αξίες τής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από τα κράτη ολόκληρης της ηπείρου (η Ρωσία είναι μια ειδική περίπτωση), ακόμη και από αυτά που μέχρι πρόσφατα ζούσαν σε αυταρχικά καθεστώτα, κατόρθωμα που μόνο στην επίμονη προσήλωση σε μηχανισμούς, αξίες και ιδέες που προήγαγαν τη συνεργασία, τη δημοκρατία και τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα μπορούν να πιστωθούν.

 

Δεν θα χρειάζονταν άλλωστε πολύ εξελιγμένο οπλοστάσιο για να συνεχίσουν να αντιπαρατίθενται στο πεδίο της μάχης ως προαιώνιοι εχθροί η Γαλλία με τη Γερμανία, αν το ήθελαν, ενώ και η αποχή της ίδιας της Γερμανίας από τους εξοπλιστικούς ανταγωνισμούς μεταπολεμικά δεν εξηγείται επαρκώς από την απαγόρευση που της επέβαλλε η διεθνής κοινότητα και δη οι ΗΠΑ: και στο μεσοπόλεμο της είχε επιβληθεί παρόμοια απαγόρευση χωρίς αυτό να την αποτρέψει να δημιουργήσει τον ισχυρότερο στρατό εκείνη τη στιγμή, παγκοσμίως, και μάλιστα παρά την οικονομική της ένδεια. Πόσω μάλλον, σήμερα που αποτελεί την ισχυρότερη οικονομία της ηπείρου και από τις κορυφαίες του κόσμου. Αν η Ευρώπη επένδυσε συνειδητά στην ειρήνη και τη δημοκρατία το έπραξε κυρίως για λόγους υπαρξιακής επιβίωσης και όχι επειδή είναι φτωχή (εξακολουθεί να είναι το πλουσιότερο μέρος στον κόσμο μαζί με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία) ή επειδή στερείται στρατιωτικής τεχνογνωσίας. Άλλωστε, το παράδειγμα μιας πολύ μικρής χώρας, όπως το Ισραήλ με την ασυναγώνιστη πολεμική μηχανή, αποδεικνύει ότι δεν είναι απλώς και μόνο το μέγεθος που κάνει μία χώρα να έχει ή να μην έχει αξιώσεις σε περιφερειακό τουλάχιστον επίπεδο αλλά η ιστορία της και η κουλτούρα της.

 

Η Ε.Ε. όπως και η Ελλάδα, ιδίως με δεδομένη τη σημερινή της κρίση, έχει ανάγκη από έναν κόσμο που δεν θα βασίζεται στη στρατιωτική δύναμη αλλά στις δημοκρατικές και φιλελεύθερες αξίες -είναι ο μόνος τρόπος για να λειάνει τις εθνικιστικές της υπερβολές που δηλητηριάζουν τις σχέσεις των κρατών - μελών της και υπονομεύουν κάποτε την ενδοκοινοτική αλληλεγγύη. Γι' αυτό και έχει ακόμη ανάγκη τις ΗΠΑ που εκφράζουν όντως συμβολικά αυτές τις αξίες, ιδίως μάλιστα επί προεδρίας Ομπάμα [8], όπου αναζητείται από την Ουάσινγκτον μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στη χρήση της ήπιας και της στρατιωτικής ισχύος [9]. Αλλά και η Αμερική έχει ανάγκη μία «ηθική» Ευρώπη από τη στιγμή που ούτε και η ίδια αισθάνεται άνετα με τον «αυτοκρατορικό» της ρόλο, με δεδομένο δηλαδή ότι διακατέχεται μονίμως από μια μάλλον εγγενή τάση αναδίπλωσης και απομονωτισμού καταδικάζοντας τον «ιμπεριαλισμό» ως μορφή κυριαρχίας στις διεθνείς σχέσεις [10].

 

Το ζήτημα, κοντολογίς, δεν είναι αν θα υπάρξει ένας κόσμος στον οποίο θα εξαφανιστεί η στρατιωτική ισχύς ως μέσο επίλυσης των διεθνών διαφορών αλλά αν η προσφυγή στον πόλεμο θα είναι ο βασικός τρόπος επιβολής της «διεθνούς τάξης». Η οδυνηρή εμπειρία της Ευρώπης στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα και η αντίστοιχη της Αμερικής στο δεύτερο μισό και στην πρώτη δεκαετία του 21ου (όπου ηττήθηκε -ή τουλάχιστον δεν «νίκησε»- σε καμία από τις μείζονες πολεμικές αναμετρήσεις στις οποίες ενεπλάκη) θα πρέπει να έχουν διδάξει σε αμφότερους τους συμμάχους ότι η Καντιανή επιδίωξη της διαρκούς ειρήνης μπορεί να είναι ουτοπική, ωστόσο η διαρκής επιδίωξη της ειρήνης είναι και ηθικά συνεπής με «τον κόσμο που έφτιαξε» η Αμερική και σίγουρα πιο αποδοτική σε σχέση με τους «προληπτικούς» πολέμους, αν μη τι άλλο. Όταν οι προθέσεις είναι αγαθές, πρέπει να είναι κατά το δυνατόν και τα μέσα που τις υποστηρίζουν.

 

Ο Δρ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο ΤΕΙ Καλαμάτας και παράλληλα διδάσκει από το 2005 στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, «Ιστορική Έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες»..

 

.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

[1] "Power and Weakness," Policy Review, No. 113 (June & July 2002).
[2] Ο Robert Kagan είναι γιος του Donald Kagan, φημισμένου μελετητή της ελληνικής αρχαιότητας και ειδικά του Πελοποννησιακού Πολέμου και καθηγητή του πανεπιστημίου Yale. Ο R. Kagan σπούδασε άλλωστε και ο ίδιος ιστορία στο Yale κι εν συνεχεία έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Harvard και διδακτορικό στο American University.
[3] “A comment on context”, Policy Review, No. 172 (April & May 2012), σελ. 119-121 όπου παρουσιάζεται εκτενές αφιέρωμα στη συμβολή του R. Kagan, με αφορμή τα δέκα χρόνια από τη δημοσίευση του εν λόγω άρθρου του.
[4] Ευκταίο είναι το βιβλίο να μεταφραστεί και στα ελληνικά αλλά σε περίπτωση που αυτό δεν συμβεί, είναι απαραίτητο ο Έλληνας αναγνώστης να είναι ενήμερος για το αναλυτικό περιεχόμενό του το οποίο τον αφορά άμεσα.
[5] Ένας άλλος φωτισμένος νεοσυντηρητικός, ο Andrew J. Bacevich, αν και συμφωνεί ότι αυτές είναι πράγματι οι επιδιώξεις της σύγχρονης αμερικανικής αυτοκρατορίας, θεωρεί, από την πλευρά του, ότι η πολιτική αυτή και το μιλιταριστικό πνεύμα που τη συνοδεύει, έχουν τουλάχιστον έναν αιώνα ζωής, βλ. Αμερικανική Αυτοκρατορία (προλ. Ηλ. Θερμός), Εκδ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2008 [2002], σελ. 8.
[6] Οι οποίοι δεν θεωρούν τον εαυτό τους τίποτα περισσότερα από απλούς “ρεαλιστές” που εκφράζουν τον κοινό νου και που υποτίθεται ότι διατυπώνουν αυταπόδεικτες αλήθειες.
[7] T. Judt, A grand illusion. An essay on Europe, New York University Press, 2011 [1996], σελ. 10-15.
[8] J. Lelyveld, “Obama abroad: The report card”, The New York Review of Books, Aug. 2012,
http://www.nybooks.com/articles/archives/2012/aug/16/obama-abroad-report...
[9] Αποτελεί ειρωνεία της ιστορίας ότι στην περίπτωση της νατοϊκής επιχείρησης κατά του καθεστώτος Καντάφι στη Λιβύη, το 2011, ήταν οι ΗΠΑ εκείνες που υπήρξαν πιο επιφυλακτικές στη στρατιωτική εμπλοκή σε σχέση π.χ. με τη Γαλλία του τέως Προέδρου, Ν. Σαρκοζύ, βλ. D.W. Drezner, “The power of economics and public opinion”, Policy Review, No. 172, (April & may 2012), σελ. 19.
[10] Αυτό είναι και το βασικό επιχείρημα του Niall Ferguson θεωρώντας ότι από μια τέτοια άρνηση κινδυνεύει και η διαιώνιση της παγκόσμιας αμερικανικής ηγεμονίας, βλ. Κολοσσός. Η άνοδος και η πτώση της αμερικανικής αυτοκρατορίας, Παπαζήσης, Αθήνα 2007 [2004].