Γράφει ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘ. ΜΠΑΛΤΖΩΗΣ*

www.analystsforchange.org

Πριν τις εκλογές της 17ης Μαρτίου στο Ισραήλ, οι πάντες και τα πάντα θεωρούσαν ως δεδομένο την επικράτηση του κεντροαριστερού συνασπισμού «Σιωνιστική Ένωση» του Ισαάκ Χέρτζοκ και την βεβαία ήττα του πρωθυπουργού Μπίμπι Νετανιάχου και του κόμματός του «Λικούντ». Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών εξέπληξαν τους πάντες και αποτέλεσαν ντροπιαστική ήττα και αμφισβήτηση των δημοσκοπήσεων, που προεκλογικά παρέσυραν ΟΛΑ τα Ισραηλινά ΜΜΕ σε αυτή την εκτίμηση, την ήττα Νετανιάχου, κάτι δηλαδή σαν την πρώτη φάση του πολέμου «Γιομ Κιπούρ», το 1973, όπου τα αραβικά στρατεύματα κατήγαγαν σε πρώτη φάση μια σαρωτική νίκη κατά των Ισραηλινών, αν και στην δεύτερη φάση τα πράγματα αντεστράφησαν μετά την μεγαλειώδη αντεπίθεση των Ισραηλινών και την τελική νίκη των.

Ας προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τι συνέβη σε αυτές τις τόσο περίεργες εκλογές, λαμβάνοντας υπόψη τις «εξηγήσεις» ενός «δικού μας ανθρώπου», του πρώην πρέσβη του Ισραήλ στην Ελλάδα (μέχρι πέρυσι το καλοκαίρι, του Αριε Μέκελ, σε λαρθρο του στην ενημερωτική ιστοσελίδα «ΤimesofIsrael». Η αποφασιστική νίκη του Νετανιάχου, με 30 έδρες έναντι 24 του Χέρτζοκ, μπορεί να εξηγηθεί με διάφορους τρόπους, αλλά συνάδει με τα εκλογικά αποτελέσματα εδώ και περισσότερα από 35 χρόνια. Ανατρέχοντας την πολιτική ιστορία του Ισραήλ, θα δούμε ότι από το 1977, που ο Μεναχέμ Μπέγκιν και το κόμμα Λικούντ κέρδισαν στις εκλογές για πρώτη φορά, πλήττοντας το Εργατικό Κόμμα, το δεξιό θα λέγαμε κόμμα Λικούντ βρίσκεται στην εξουσία. Υπήρξαν μόνο τρία σύντομα διαλείμματα. Ο Σιμόν Πέρες κέρδισε το 1984, ο (τελικά δολοφονηθείς) Γιτζάκ Ράμπιν το 1992 και ο Εχούντ Μπαράκ, το 1999. Οι Ράμπιν και Μπαράκ ήταν φυσικά ένδοξοι στρατηγοί και πρώην αρχηγοί του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Ενόπλων δυνάμεων (IDF). Ο Ράμπιν είχε επίσης διατελέσει Υπουργός Άμυνας. Ο Πέρες δεν ήταν ποτέ στρατιωτικός, αλλά αποτελούσε μια πολύ σημαντική πολιτική προσωπικότητα στην ζωή και ιστορία του Ισραήλ, με καθοριστική συμμετοχή στην αμυντική πολιτική της χώρας από το 1950, με αποκορύφωμα και δικαίως να θεωρείται ως ο πατέρας της πυρηνικής υπεροχής του Ισραήλ, την δεκαετία του 60.

Με άλλα λόγια: Από το 1977 ένας ηγέτης του Εργατικού κόμματος του Ισραήλ μπορεί να κερδίσει τις εκλογές μόνο αν έχει μια πολύ ισχυρή στρατιωτική ή αμυντική εμπειρία ή κατά προτίμηση και τα δύο, κάτι που ο Ισαάλ Χέρτζοκ δεν έχει τέτοια εμπειρία. Ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και υπηρέτησε έντιμα στο στρατό ως κατώτερος αξιωματικός.

Ο Μέκελ υποστηρίζει, επίσης, ότι αυτές οι εκλογές απέδειξαν πως οι περισσότεροι πολίτες του Ισραήλ δέχονται το επιχείρημα του Νετανιάχου ότι πριν να ασχοληθεί κανείς με την ποιότητα ζωής, θα πρέπει να ασχοληθεί με την ίδια τη ζωή, (προασπίζοντάς την) εναντίον των εχθρών, όπως το Ιράν, η Χεζμπολάχ και η Χαμάς. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο πολύ έμπειρος Νετανιάχου, ο οποίος έχει ήδη διατελέσει πρωθυπουργός επί εννέα χρόνια, εκ των οποίων τα τελευταία έξη διαδοχικά, υπερψηφίστηκε έναντι του Χέρτζοκ, ο οποίος θεωρήθηκε άπειρος σε στρατιωτικά και αμυντικά θέματα. Το κόμμα του Νετανιάχου δεν συγκέντρωσε μεγάλα ποσοστά στο Τελ Αβίβ και τη Χάιφα, αλλά κέρδισε στην Ιερουσαλήμ (σε επαφή με την δυτική όχθη με ότι αυτ’ο συνεπάγεται) και τη Μπερ Σέβα, την πόλη που γειτνιάζει με την Γάζα και δέχεται συχνότατα πυραυλικά κτυπήματα από στρατιωτικές εξτρεμιστικές οργανώσεις, γεγονός που αποτελεί και την αιτία έναρξης πολεμικών επιχειρήσεων κατά της Γάζας, καθώς επίσης και σε πιο απομακρυσμένες κοινότητες του Βορρά και του Νότου, όπου το αίσθημα ασφάλειας κυριαρχεί έναντι οτιδήποτε άλλου.

Ο Νετανιάχου κέρδισε, παρά τη μαζική εκστρατεία των περισσοτέρων ισραηλινών ΜΜΕ εναντίον του, τα οποία υποστήριζαν καθημερινά ότι δεν πέτυχε τίποτα στα έξι συναπτά έτη της πρωθυπουργίας του. Τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης ισχυρίζονταν επίσης ότι ο Νετανιάχου δεν αντιμετώπισε το πρόβλημα της ποιότητας ζωής και ότι κατέστρεψε τις σχέσεις με τον Πρόεδρο Ομπάμα και την κυβέρνησή του, κάτι που αποτελεί απαράδεκτη πολιτική. Τα αποτελέσματα των εκλογών όμως, δείχνουν έλλειψη εμπιστοσύνης των Ισραηλινών στα βασικά ΜΜΕ.

Ο Χέρτζογκ και η συνεργάτης του Τζίπι Λίβνι παρουσίασε τις εκλογές ως προσωπική επιλογή μεταξύ αυτών και του Νετανιάχου. Αυτή η τακτική του «είτε εμείς, είτε αυτός» αποτέλεσε μπούμερανγκ. Ώθησαν πολλούς Ισραηλινούς, οι οποίοι διαφορετικά ίσως θα έμεναν στο σπίτι τους, να μεταβούν στις κάλπες για να ψηφίσουν υπέρ του Λικούντ, φοβούμενοι ότι η αριστερά θα αναλάβει την εξουσία. Το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές ήταν υψηλότερο αυτή τη φορά σε σχέση με το παρελθόν.

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν νίκη του κόμματος Σιωνιστική Ένωση, ακόμη και το βράδυ των εκλογών, μέχρι που τα πραγματικά αποτελέσματα απέδειξαν ότι έκαναν λάθος. Φαίνεται ότι οι περισσότερες εταιρείες δημοσκοπήσεων είχαν χάσει την επαφή τους με την πραγματικότητα των ψηφοφόρων, ιδιαίτερα εκείνων που βρίσκονταν έξω από τις μεγάλες πόλεις.

Τα αποτελέσματα αποτελούν απόδειξη ότι από πολιτική άποψη ο Νετανιάχου είχε δίκιο με την αμφιλεγόμενη απόφασή του να μιλήσει πρόσφατα στο Κογκρέσο των ΗΠΑ σχετικά με τη συμφωνία με το Ιράν. Μάλιστα η ομιλία του χαρακτηρίστηκε ως εξαιρετικά επικριτική κατά της αμερικανικής πολιτικής και προσωπικά κατά του προέδρου Ομπάμα και επιδοκιμάστηκε από την συντριπτική πλειοψηφία των μελών του Κογκρέσου. Ακόμη συνέβη και το απίστευτο και πρωτοφανές. Ισραηλινός πρωθυπουργός στην Ουάσιγκτον και δεν συναντάται με τον Αμερικανό πρόεδρο. Φαίνεται λοιπόν ότι οι περισσότεροι Ισραηλινοί προφανώς εκτίμησαν το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός τους δεν φοβήθηκε να υψώσει το ανάστημά του απέναντι στη στενότερη σύμμαχο του Ισραήλ και τον Πρόεδρό της, σχετικά με ένα θέμα που ο Νετανιάχου και οι περισσότεροι Ισραηλινοί αντιλαμβάνονται ως ζωτικής σημασίας για το μέλλον τους.

Τι θα συμβεί στη συνέχεια; Ο Νετανιάχου θα σχηματίσει σύντομα μια κυβέρνηση συνασπισμού με τους «φυσικούς του συμμάχους» της δεξιάς πτέρυγας. Με τον Νάφταλι Μπένετ (8 έδρες) και τον Αβιγκντόρ Λίμπερμαν (6 έδρες), τα δύο υπερ-ορθόδοξα κόμματα (13 έδρες μαζί) και το κόμμα του, Μοσέ Καχλόν, πρώην Υπουργού του Λικούντ που ίδρυσε δικό του κόμμα και συγκέντρωσε 10 έδρες της Κνεσέτ. Αντιπολίτευση θα είναι το κόμμα του Χέρτζογκ (24 έδρες), ο Γιαίρ Λαπίντ (11 έδρες) ένα ισχυρό αραβικό κόμμα (13-14 έδρες) και το αριστερό Meretz ( 4 έδρες).

Ο νέος συνασπισμός θα απολαμβάνει μιας πλειοψηφίας 67 εδρών στην Κνεσέτ των 120 μελών, που θα είναι αρκετή για να κυβερνήσει άνετα.

Τι θα κάνει αυτή η κυβέρνηση; Κατά την εκτίμηση πολλών πολιτικών αναλυτών δεν αναμένεται καμία αλλαγή σε θέματα άμυνας και στην ειρηνευτική διαδικασία. Ο Νετανιάχου πιστεύει ότι δεν υπάρχει αξιόπιστος Παλαιστίνιος εταίρος για συνομιλίες και θα ενεργήσει αναλόγως, δηλαδή όπως τώρα, με πάγωμα των συνομιλιών. Θα εξακολουθήσει την προσπάθεια να αποτρέψει την απόκτηση πυρηνικών από το Ιράν και την επικείμενη συμφωνία ΗΠΑ -Ιράν. Επίσης θα συνεχίσει να τάσσεται σθεναρά εναντίον της Χαμάς και της Χεζμπολάχ.

Ο Νετανιάχου βεβαίως γνωρίζει ότι είναι ανάγκη να βελτιώσει τις σχέσεις του με τον Πρόεδρο Ομπάμα, δεδομένου ότι πρέπει να συνεργαστούν για τα επόμενα δύο σχεδόν χρόνια, μέχρι το τέλος της θητείας του αμερικανού προέδρου. Η ειρηνευτική πρωτοβουλία για το παλαιστινιακό, που σχεδιάζει ο Ομπάμα μπορεί να τον βάλει ξανά σε τροχιά σύγκρουσης με τη νέα κυβέρνηση Νετανιάχου, παρ 'όλα αυτά όμως, μέσα σε λίγες εβδομάδες εκτιμάται ότι θα δούμε ένα ταξίδι του Νετανιάχου στην Ουάσινγκτον, κατόπιν προσκλήσεως του Αμερικανού Προέδρου. Όλα θα πρέπει να συγχωρεθούν, αν και δεν θεωρείται βέβαιο ότι θα ξεχαστούν. Ο Ομπάμα όμως θα πρέπει να σεβαστεί την επιλογή των Ισραηλινών πολιτών.

Εκτιμάται ότι η θητεία αυτή πιθανότατα θα είναι η τελευταία του Νετανιάχου. Η απροσδόκητη εκλογική του νίκη στο Ισραήλ θεωρείται ως προσωπική του επιτυχία και χαρακτηρίζεται ως «Ο Μάγος», από τα ίδια μέσα που μέχρι τώρα ζητούσαν την αποπομπή του. Ο Νετανιάχου θα πρέπει να δείξει δύναμη και δημιουργικότητα, αν θέλει να αφήσει μια αξιοσέβαστη κληρονομιά αντί να αποτελέσει μια υποσημείωση στην ιστορία του Ισραήλ.

Σε ότι αφορά τις Ελληνο-Ισραηλινές (συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Κύπρου) σχέσεις εκτιμάται ότι όχι μόνο δεν θα αλλάξουν, αλλά αναμένεται να συνεχίσουν να παραμένουν εξαιρετικές, σχέσεις συνεργασίας μεταξύ φίλων και συμμάχων, η δε νέα Ελληνική κυβέρνηση δεν θα τις μειώσει, ενδεχομένως να τις ενισχύσει. Και αυτό αποτελεί ελπιδοφόρα προοπτική για το μέλλον και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα  ο Ελληνισμός. Το ίδιο ισχύει και για τις ανύπαρκτες Τουρκο-Ισραηλινές σχέσεις, ή για την ακρίβεια τις σχέσεις μίσους θα λέγαμε, ότι θα παραμένουν έτσι όσο υπάρχουν τα ίδια πρόσωπα στις κυβερνήσεις των δύο χωρών. Ας είναι καλά ο (Σουλτάνος ) Ερντογάν στην Τουρκία  και ο Λίμπερμαν στο Ισραήλ, συνεπικουρούμενοι και από άλλους. Και αυτό είναι ευτύχημα, ευλογία και μεγάλη ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί για την Ελλάδα και την Κύπρο.

*Ο Ιωάννης Αθαν. Μπαλτζώης είναι Αντιστράτηγος (ε.α.), πρώην ΑΚΑΜ ΤΕΛ ΑΒΙΒ και ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής