Υπάρχει περιθώριο για ελληνικό περιφερειακό ρόλο;

Γράφει ο Θάνος Π. Ντόκος

06/04/2017

Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, ερχόμενη σε συνέχεια του Brexit, αλλά και της θεαματικής ανόδου κάθε μορφής λαϊκιστικών και ακραίων κομμάτων και κινημάτων στις δύο πλευρές του Ατλαντικού καθιστά επιτακτική μια εκ βαθέων συζήτηση για την έννοια της Δύσης, τις αντιλήψεις σε βασικά ζητήματα, τις κοινές αξίες και συμφέροντα που συνδέουν(;) τις χώρες-μέλη της Ευρω-ατλαντικής κοινότητας.

Επιπλέον, η, ούτως ή άλλως προβλεπόμενη με κάθε αλλαγή ενοίκου του Λευκού Οίκου, διαδικασία επανεξέτασης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής εθνικής ασφάλειας αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω της προσωπικότητας και των απόψεων του κ. Τραμπ, αλλά και του πολύ σημαντικού αμερικανικού ρόλου τόσο στις παγκόσμιες υποθέσεις, όσο και σε θέματα ασφάλειας της Ευρώπης γενικότερα και της Ανατολικής Μεσογείου ειδικότερα.

Για μια χώρα σε περίοδο σχετικής αδυναμίας και ευρισκόμενης σε μια περιοχή αστάθειας και κρίσεων, και με ανοιχτά ζητήματα με ορισμένους εκ των γειτόνων της, όπως η Ελλάδα, έχει ασφαλώς ιδιαίτερο ενδιαφέρον η προσπάθεια κατανόησης ή καλύτερα αποκρυπτογράφησης των θέσεων και της αναμενόμενης πολιτικής του κ. Τραμπ σε διεθνή ζητήματα. Η εν λόγω άσκηση δεν είναι απλή, καθώς ο κ. Τραμπ ήταν μέχρι σήμερα εξαιρετικά φειδωλός και υπεραπλουστευτικός στις σχετικές δηλώσεις του, ενώ πριν τις εκλογές δεν ήταν σαφές ποιό θα ήταν το επιτελείο του σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας. Ακόμη και την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα του επιλογής του Υπουργού Εξωτερικών, καθώς και αρκετές άλλες σημαντικές θέσεις στον μηχανισμό εθνικής ασφάλειας. Θα πρέπει να σημειωθεί, εξάλλου, ότι οι γνώσεις του για την εξωτερική πολιτική, και ιδιαίτερα για την Ευρώπη, είναι εξαιρετικά περιορισμένες και περιστρέφονται κυρίως γύρω από τα επιχειρηματικά του συμφέροντα και δραστηριότητες. Θεωρείται πιθανό, αλλά κάθε άλλο παρά βέβαιο, ότι τόσο το Κογκρέσο (η σχέση του οποίου με τον κ. Τραμπ δεν θα είναι υποχρεωτικά εύκολη, παρά την όποια ιδεολογική συγγένεια), όσο και οι αρμόδιες υπηρεσίες (State Department, Πεντάγωνο, υπηρεσίες πληροφοριών, κλπ.) θα έχουν σχετικά αυξημένη επιρροή στην διαμόρφωση πολιτικής.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η ιστορία έχει δείξει ότι λόγω του ισχυρού θεσμικού πλαισίου αλλά και της δύναμης της αδράνειας, οι αλλαγές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική που μπορεί να προωθήσει ένας εικονοκλάστης πρόεδρος είναι συνήθως μικρότερου εύρους απ’ότι γενικώς εικάζεται ή αναμένεται. Έτσι, είναι πιθανό ότι στην προεδρία Τραμπ θα υπάρχουν περισσότερα στοιχεία συνέχειας παρά ρήξης, χωρίς αυτό να μειώνει την αβεβαιότητα και την διαφαινόμενη έλλειψη ισορροπίας σε έναν Δυτικό κόσμο που καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες του Brexit, της ανόδου ακραίων πολιτικών σχηματισμών σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο και εσχάτως τις πολιτικές επιλογές των Αμερικανών ψηφοφόρων. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι προωθούμενες επιλογές της επερχόμενης προεδρίας Τραμπ συνοψίζονται κάπως υπεραπλουστευτικά στα διλήμματα: Παγκοσμιοποίηση (με άμβλυνση ανισοτήτων) ή εμπορικοί πόλεμοι, διαχείριση κλιματικής αλλαγής ή ρίσκο ανηκέστου βλάβης στην υγεία του πλανήτη.

 

Ο χάρτης της ανατολικής Μεσογείου. Πηγή: Google Maps
--------------------------------------------------------------

Σε ειδικότερα ζητήματα, τα βασικά ερωτηματικά αφορούν την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, την γενικότερη προσέγγιση του κ. Τραμπ σε θέματα πυρηνικών εξοπλισμών, την συμφωνία για την κλιματική αλλαγή, το ΝΑΤΟ και τον ρόλο των ΗΠΑ στην Ευρώπη και την σχέση με την Ρωσία. Η δε γενικότερη προσέγγισή του σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής έχει περισσότερα στοιχεία απομονωτισμού, ενώ συστηματικά χρησιμοποιεί σκληρές εκφράσεις για το Ισλάμ. Όσον αφορά στην αμερικανική πολιτική σε θέματα Ανατολικής Μεσογείου (και Μέσης Ανατολής γενικότερα), πριν αποπειραθούμε να εκτιμήσουμε τις ενδεχόμενες αλλαγές και τις πιθανές συνέπειες για την χώρα μας, θα ήταν χρήσιμο να σκιαγραφήσουμε (α) τα βασικά στοιχεία της αμερικανικής περιφερειακής πολιτικής και (β) την γενικότερη κατάσταση και τις εστίες έντασης στην περιοχή.

Απαραίτητη δε είναι και η γεωγραφική οριοθέτηση της υπό εξέταση περιοχής. Η περιοχή της Μεσογείου από την σκοπιά της ασφάλειας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα υπο-σύστημα του ευρύτερου Μεσανατολικού συμπλέγματος ασφαλείας (security complex). Για την καλύτερη κατανόηση των διεργασιών στο πλαίσιο του συγκεκριμένου συμπλέγματος ασφαλείας, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν οι εξελίξεις και δυναμικές σε συνορεύουσες περιοχές, όπως η υπο-σαχάρια Αφρική, το Κέρας της Αφρικής, η Κεντρική Ασία και το δίπολο Αφγανιστάν-Πακιστάν (Afpak). Εντός των ορίων της περιοχής βρίσκεται και αριθμός «κομβικών κρατών» (pivotal states), σύμφωνα με την θεωρία του Paul Κennedy και των συνεργατών του.

Ειδικότερα όσον αφορά στην Μεσόγειο, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η περιοχή βρίσκεται σε μια διαδικασία διαρκούς αναζήτησης μιας νέας ισορροπίας. Το επίπεδο και ο χαρακτήρας της αμερικανικής ανάμιξης στην Μεσόγειο παραδοσιακά παίζουν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του στρατηγικού περιβάλλοντος στην περιοχή. Οι ΗΠΑ είναι εδώ και πολλά χρόνια μια μεσογειακή δύναμη, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, καθώς η στρατιωτική τους παρουσία και γεωπολιτική επιρροή δεν ήταν ένα περιστασιακό φαινόμενο κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αν εξαιρέσει κανείς την αποτροπή του σοβιετικού κινδύνου (αν και εσχάτως ο περιορισμός του ρόλου της Ρωσίας στην περιοχή αποτελεί εκ νέου αμερικανικό στόχο), τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής παραμένουν σταθερά και περιλαμβάνουν την ομαλή ροή πετρελαίου, την προστασία του Ισραήλ, την σταθερότητα και υποστήριξη φιλικών καθεστώτων (και ιδιαίτερα της Αιγύπτου και, σε μικρότερο βαθμό πλέον λόγω πλειάδας αιτίων, της Σαουδικής Αραβίας), την καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας, τον περιορισμό της διασποράς των όπλων μαζικής καταστροφής και, βεβαίως, γενικότερα την διατήρηση της αμερικανικής επιρροής. Η δε πολιτική των ΗΠΑ έναντι της περιοχής αμφιταλαντεύεται παγίως (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Αίγυπτο και το στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Μόρσι) μεταξύ δημοκρατίας και σταθερότητας (δηλαδή στήριξης απολυταρχικών καθεστώτων), που καταλήγει σχεδόν πάντοτε στην δεύτερη επιλογή.

Η κυρίαρχη, ίσως, άποψη στις τάξεις των Αμερικανών στρατηγικών αναλυτών (που υιοθετεί του τρόπο σκέψης του Mahan) παραμένει ότι η Μεσόγειος είναι σημαντική λόγω της εγγύτητάς της σε περιοχές κρίσεων και ότι ο ρόλος των ΗΠΑ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου θα είναι εξισορροπητικός -και για το σκοπό αυτό απαιτείται απρόσκοπτη πρόσβαση στην Μεσόγειο. Θα πρέπει να γίνουν, ωστόσο, δύο πρόσθετες παρατηρήσεις: (1) στο πλαίσιο της στρατηγικής μετατόπισης προς την Ασία (Pivot to Asia), οι ΗΠΑ είχαν μειώσει τα τελευταία χρόνια τις στρατιωτικές δυνάμεις τους στην Μεσόγειο, αναμένοντας ότι το κενό θα καλύψουν οι εταίροι τους, και πιο συγκεκριμένα η ΕΕ στην βόρεια και υποσαχαρική Αφρική και συμμαχικές χώρες όπως π.χ. το Ισραήλ και η Τουρκία (κατά προτίμηση από κοινού) στην Ανατολική Μεσόγειο. Η εκτίμηση αυτή δοκιμάστηκε έντονα από τις μεταγενέστερες εξελίξεις. (2) Αν και οι ΗΠΑ θα παραμείνουν στο ορατό μέλλον η σημαντικότερη δύναμη και η ΕΕ θα διατηρήσει κάποιο βαθμό παρουσίας και επιρροής στην υπό εξέταση περιοχή, η Μεσόγειος δεν θα πρέπει να θεωρείται πλέον «Δυτική λίμνη», καθώς δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα (ιδιαίτερα εφόσον προχωρήσει η υλοποίηση του εξαιρετικά φιλόδοξου γεωοικονομικού σχεδίου One Belt One Road/OBOR) αυξάνουν το γεωστρατηγικό και γεωοικονομικό ίχνος τους στην περιοχή.

ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Τα κύρια χαρακτηριστικά τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο, όσο και την Βόρεια Αφρική, είναι η ρευστότητα και η αστάθεια. Η Λιβύη, στην δίνη του εμφυλίου πολέμου και έχοντας παύσει να έχει λειτουργική κυβέρνηση, έχει μετατραπεί σε αποτυχημένο κράτος και πηγή εξαγωγής αστάθειας προς κάθε κατεύθυνση (λόγω και των παραδοσιακών διόδων επικοινωνίας με την υποσαχαρική Αφρική). Σημαντικό πρόβλημα έχει ανακύψει, εσχάτως, με τις ροές προσφύγων και μεταναστών, είτε με προέλευση την Λιβύη, είτε διαμέσου αυτής. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Αίγυπτο προκαλούν προβληματισμό και ανησυχία για το ενδεχόμενο αύξησης της πόλωσης και επανάληψης των εσωτερικών συγκρούσεων. Η κύρια πηγή ανησυχίας, βεβαίως, παραμένει η εμφύλια σύγκρουση στην Συρία, με την προστιθέμενη πολυπλοκότητα του «πολέμου δι΄ αντιπροσώπων» Σ. Αραβίας και Ιράν, καθώς και του θρησκευτικού ανταγωνισμού Σουνιτών-Σιιτών. Η συνεχιζόμενη υποστήριξη από το Ιράν, την Χεζμπολάχ και την Ρωσία και ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης, σημαντικό μέρος της οποίας ασπάζεται ριζοσπαστικές ιδεολογίες, έχουν επιτρέψει στο καθεστώς Άσαντ να ισχυροποιήσει την θέση του. Η ένταση στις σχέσεις Ρωσίας-Δύσης δυσχεραίνει περαιτέρω τις προσπάθειες για διπλωματική λύση του προβλήματος και η πιθανότητα «ειρηνικής» αποχώρησης του Άσαντ από την εξουσία έχει μειωθεί σημαντικά, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες εξελίξεις στην περιοχή του Χαλεπίου. Κατά πόσον μπορεί να προχωρήσει μια διαδικασία εθνικής συμφιλίωσης και οικονομικής ανοικοδόμησης της χώρας υπό αυτές τις συνθήκες είναι εξαιρετικά αβέβαιο. Όπως δείχνει η εξελισσόμενη προσφυγική κρίση, η διεθνής κοινότητα θα συνεχίσει την προσπάθεια διαχείρισης σημαντικού αριθμού προσφύγων (ενώ οι κάθε μορφής μεταναστευτικές ροές θα αποτελέσουν μια ακόμη μεγαλύτερη μελλοντική πρόκληση για την Ευρώπη). Η δε συνέχιση της εμφύλιας σύγκρουσης στην Συρία απειλεί να αποσταθεροποιήσει και τον γειτονικό Λίβανο, και ίσως την Ιορδανία, ενώ σοβαρά προβλήματα ενδέχεται να δημιουργήσει και στην Τουρκία.

Σημαντική ανησυχία έχει προκαλέσει η δράση του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους (Daesh/ISIS/ISIL), που είναι ένα υβρίδιο μεταξύ τρομοκρατικής οργάνωσης και κινήματος εθνοδόμησης με βασική επιδίωξη την δημιουργία ενός νέου χαλιφάτου, εντός των ορίων του οποίου έχει επιβληθεί μια εξαιρετικά αυστηρή μορφή του ισλαμικού νόμου. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας «οικοδόμησης έθνους» χρησιμοποιήθηκε ένας συνδυασμός τεχνολογικών και ψυχολογικών εργαλείων, όπως μεσαιωνικού χαρακτήρα βαρβαρότητα, χρήση της τηλεόρασης και των κοινωνικών δικτύων για προπαγάνδα και εκφοβισμό, αλλά και για χρηματοδότηση και στρατολόγηση μαχητών, εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών στις κατακτημένες περιοχές, συνεργασία με σουνιτικές φυλές στο Ιράκ και αξιοποίηση τοπικών πληθυσμών για την στελέχωση υπηρεσιών στα εδάφη που ελέγχει. Παρά την απώλεια εδαφών και το ενδεχόμενο στρατιωτικής ήττας ως αποτέλεσμα ταυτόχρονων επιχειρήσεων από ΗΠΑ, Ιράκ, Κούρδους κλπ. υπάρχει έντονη ανησυχία τόσο για τις περιφερειακές συνέπειες της δράσης του ISIS, όσο και για το ενδεχόμενο ριζοσπαστικοποίησης των μουσουλμανικών κοινοτήτων που διαβιούν σε ευρωπαϊκές χώρες.

Το Παλαιστινιακό πρόβλημα, επονομαζόμενο και «μητέρα όλων των συγκρούσεων» και μέχρι πρότινος κεντρική μεταβλητή της περιφερειακής εξίσωσης ασφαλείας και θεωρούμενο ως βασική προϋπόθεση για την ειρήνευση της Μέσης Ανατολής, έχει «υποβιβαστεί» σε απαραίτητη μεν, αλλά μη επαρκή προϋπόθεση για την ειρήνη στην περιοχή. Δυστυχώς, δεν διαφαίνονται ουσιαστικές προοπτικές ειρήνευσης, με το Ισραήλ επαναπαυμένο σε μια προσωρινά ικανοποιητική για εκείνο κατάσταση λόγω των ευνοϊκών περιφερειακών συσχετισμών ισχύος, αλλά και τον διχασμό των Παλαιστινίων μεταξύ Φατάχ και Χαμάς. Όμως, είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για μια βιώσιμη κατάσταση, τόσο λόγω της αυξημένης περιφερειακής αστάθειας, όσο και λόγω των εξελίξεων στην ισραηλινή κοινωνία, που καλείται να διαχειριστεί και μια σειρά από στρατηγικά και ηθικά διλήμματα, ιδιαίτερα σε περίπτωση που η «λύση των δύο κρατών» (two-state solution) εγκαταλειφθεί. Ειρήσθω εν παρόδω, η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να ισορροπήσει σε μια λεπτή γραμμή μεταξύ στρατηγικών συμφερόντων από την μια, και ιστορικών δεσμών και αίσθησης δικαίου από την άλλη. Πάντως, θεωρούμε ότι η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ θα πρέπει να παραμείνει εκ των κεντρικών στοιχείων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Μετά από μια περίοδο έντονα αρνητικών εξελίξεων με επίκεντρο την Συρία, αλλά και άλλα σημαντικά προβλήματα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, φάνηκε μια αχτίδα αισιοδοξίας με την συμφωνία ανάμεσα στο Ιράν και τις 5+1 (Ρ5+1) μεγάλες δυνάμεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Η συμφωνία, σε σημαντικό βαθμό αποτέλεσμα επιτυχούς μυστικής διπλωματίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, είναι αναμφίβολα ένα θετικό βήμα αλλά δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν οι δυσκολίες για την πλήρη υλοποίησή της (υπάρχει και το αρνητικό προηγούμενο της Βόρειας Κορέας που δύο φορές συμφώνησε σε διακοπή του πυρηνικού της προγράμματος και ισάριθμες φορές υπαναχώρησε). Εξάλλου, οι σκληροπυρηνικοί στις ΗΠΑ (ιδιαίτερα μετά τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 2016), στο Ιράν, στο Ισραήλ και στην Σαουδική Αραβία δεν θα μεμφθούν προσπαθειών για να την υπονομεύσουν. Και αν η συμφωνία δεν υλοποιηθεί πλήρως, θα αυξηθεί η πιθανότητα μιας στρατιωτικής λύσης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Όσον αφορά στην υπόλοιπη «νότια γειτονιά» της χώρας μας, οι σεισμικές δονήσεις, αποτέλεσμα των αραβικών εξεγέρσεων, δεν αποκλείεται να κλονίσουν ακόμη και μετριοπαθή και συγκριτικά πιο νομιμοποιημένα καθεστώτα όπως η Ιορδανία και το Μαρόκο, ενώ η μελλοντική διαδοχή ηγεσίας στην Σαουδική Αραβία θα είναι κρίσιμη τόσο λόγω ενδο-οικογενειακών ισορροπιών ανάμεσα στους αλ-Σαούντ, όσο και λόγω του γενικότερου κλίματος στην χώρα. Όσον αφορά στο Ιράκ, η εδαφική ακεραιότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απολύτως δεδομένη, καθώς το κουρδικό βόρειο τμήμα της χώρας είναι πιθανό μελλοντικά να επιλέξει την ανεξαρτησία, με άγνωστες συνέπειες για τους κουρδικούς πληθυσμούς σε γειτονικές χώρες, και ιδιαίτερα την Τουρκία ή μια ήδη κατακερματισμένη Συρία. Η διαχείριση των συνεπειών μια τέτοιας αλλαγής συνόρων θα πρέπει να αποτελέσει εγκαίρως αντικείμενο προβληματισμού, όπως επίσης και τα απαραίτητα βήματα προετοιμασίας για την απορρόφηση των κραδασμών. Η έλλειψη περιφερειακών δομών ασφαλείας και η δραστηριοποίηση μεγάλων δυνάμεων και φιλόδοξων περιφερειακών δυνάμεων (Σ. Αραβία, Ιράν, Τουρκία) περιπλέκουν περαιτέρω την κατάσταση και καθιστούν τις προσπάθειες διαχείρισης των εντάσεων και επίλυσης των συγκρούσεων ακόμη δυσκολότερες.

ΟΙ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΤΡΑΜΠ

Ένα πρώτο πρόβλημα για την Ελλάδα (αλλά προφανώς όχι μόνο) είναι οι περιορισμένες επαφές και προσβάσεις στο επιτελείο Τραμπ, ζήτημα που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί αμέσως μόλις γίνουν γνωστά τα πρόσωπα που θα τοποθετηθούν σε θέσεις κλειδιά. Τα δε ζητήματα άμεσου ή έμμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος στα οποία ενδέχεται να παρατηρηθεί μικρότερη ή μεγαλύτερη μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής περιλαμβάνουν την σύγκρουση στην Συρία, την αντιμετώπιση της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας, τις σχέσεις με την Τουρκία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Ρωσία, το Ιράν, καθώς και την αμερικανική στάση έναντι της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Θα εξετάσουμε με λίαν συνοπτικό τρόπο τις ενδεχόμενες μεταβολές.

Εκ των κεντρικών ζητημάτων, ιδιαίτερα από ελληνικής σκοπιάς, θα είναι η εξέλιξη των σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας. Από το 2003 μέχρι σήμερα αυτή η σχέση έχει δεχθεί αρκετά πλήγματα, η κατάσταση επιδεινώθηκε ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των τελευταίων μηνών και είναι σαφής ο προβληματισμός εντός των θεσμικών οργάνων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για την έλλειψη προβλεψιμότητας του προέδρου Ερντογάν. Από την άλλη μεριά, η στρατηγική σημασία της Τουρκίας δεν πρέπει να υποτιμηθεί και τόσο ο Αντιπρόεδρος Πενς, όσο και ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Φλιν, ανήκουν σε αυτούς που θεωρούν την Τουρκία ιδιαίτερα σημαντική χώρα για τις ΗΠΑ.

Aν ο πρόεδρος Τραμπ θέσει ως σαφή προτεραιότητα την καταπολέμηση του ISIS και όχι την απομάκρυνση του Άσαντ από την εξουσία, τότε οι Κούρδοι παραμένουν -έστω και προσωρινά;- χρήσιμοι σύμμαχοι για τις ΗΠΑ και η Τουρκία θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών στόχων και προτεραιοτήτων. Με δεδομένες και τις στρατιωτικές επιτυχίες του συριακού καθεστώτος στην περιοχή του Χαλεπίου και την αποδυνάμωση της αντιπολίτευσης, ο κ. Ερντογάν ίσως υποχρεωθεί να «πιεί το πικρό ποτήρι» και να μεταβάλλει τις θέσεις του στο Συριακό. Εξάλλου, τυχόν παραμονή Άσαντ και αποφυγή εδαφικού κατακερματισμού ή ομοσπονδιοποίησης της Συρίας θα μείωνε τους κινδύνους κουρδικής προέλευσης για την Τουρκία. Πάντως, δεν είναι βέβαιο ότι η τυχόν «αποδοχή» από την αμερικανική ηγεσία της παραμονής του Άσαντ και στενότερη συνεργασία με την Ρωσία κατά του ISIS θα γίνει δεκτή χωρίς αντιδράσεις από το Κογκρέσο και το Πεντάγωνο, ενώ ο παράγοντας Ιράν –στενός σύμμαχος του καθεστώτος Άσαντ- περιπλέκει την κατάσταση.

Τυχόν βελτίωση των σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι δεν θα υπονομευθεί ακουσίως από δηλώσεις ή ενέργειες του κ. Ερντογάν, δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί αυτομάτως ως επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα, καθώς το περιφερειακό γεωπολιτικό παίγνιο έχει πάψει εδώ και καιρό να είναι μηδενικού αθροίσματος. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι δεν απαιτείται εγρήγορση για την αποφυγή «αποζημίωσης» της Τουρκίας στο Κυπριακό ή το Αιγαίο για βλάβες και απώλειες που ενδέχεται να υποστεί σε άλλα μέτωπα (αν και αυτό το ενδεχόμενο πιθανότατα θα μας απασχολούσε και σε περίπτωση εκλογής Κλίντον). Όμως η χώρα μας έχει τα δικά της «χαρτιά» να παίξει, αξιοποιώντας την γεωστρατηγική αξία του ελληνικού χώρου και εκμεταλλευόμενη την εξελισσόμενη στρατηγική σχέση της με το Ισραήλ και την Αίγυπτο (όπου η σχέση Τραμπ-αλ Σίσι φαίνεται να είναι στενή). Απαιτείται, ασφαλώς, και ο ανάλογος στρατηγικός σχεδιασμός.

Η προτεραιοποίηση της αντιμετώπισης της ισλαμικής τρομοκρατίας ενδέχεται να επιταχύνει την στρατιωτική ήττα του ISIS. Ωστόσο, οι αντιλήψεις Τραμπ για τον μουσουλμανικό κόσμο δεν αναμένεται ότι θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των αιτίων του προβλήματος και η ακολουθητέα πολιτική αναμένεται να είναι βραχυπρόθεσμης λογικής και συνεπώς περιορισμένης αποτελεσματικότητας.

Η, συγκριτικά με Ομπάμα και Κλίντον, ηπιότερη -φαινομενικά τουλάχιστον- άποψη του Τραμπ για την Ρωσία δεν αποτελεί υποχρεωτικά αρνητική εξέλιξη για την Ελλάδα, που, θέλοντας να προωθήσει και συγκεκριμένα –αν και σχετικά περιορισμένου εύρους- εθνικά συμφέροντα, αντιμετωπίζει την Ρωσία ως έναν μάλλον δύσκολο γείτονα αλλά και εξαιρετικά σημαντικό εταίρο για την Ευρώπη και υπογραμμίζει με κάθε ευκαιρία την ανάγκη εύρεσης ενός modus vivendi. Τυχόν βελτίωση των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων ίσως διευρύνει τα περιθώρια συνεργασίας στον ενεργειακό τομέα, αν και εδώ διακυβεύονται όχι μόνο πολιτικά αλλά και αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα (π.χ. μεταφορά και πώληση υγροποιημένου φυσικού αερίου μέσω Αλεξανδρούπολης), καθιστώντας τις σημαντικές διαφοροποιήσεις αρκετά δύσκολες.

Η περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων με το Ισραήλ πιθανότατα δεν βλάπτει την χώρα μας, εφόσον η στρατηγική σχέση με το Τελ-Αβίβ συνεχίζει να εξελίσσεται. Βεβαίως, η ενδεχόμενη αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του εβραϊκού κράτους, εφόσον δεν συνδεθεί με κάποια ουσιαστική παραχώρηση, π.χ. σε θέματα οικισμών, είναι πιθανόν να επηρεάσει αρνητικά τις προοπτικές επίλυσης του Παλαιστινιακού (όπου ήδη οι προσδοκίες είναι εξαιρετικά περιορισμένες).

Ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο τριγμών εντός ΝΑΤΟ λόγω του (πάγιου, ας μην ξεχνάμε) αμερικανικού αιτήματος για αύξηση της ευρωπαϊκής συμβολής στον καταμερισμό εργασίας στον τομέα της άμυνας (ουσιαστικά αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών), όσο και το ενδεχόμενο ενίσχυσης των αντι-συστημικών και φυγόκεντρων τάσεων εντός ΕΕ, καθώς και η τυχόν δυσκολία συνεργασίας ΗΠΑ-Ευρώπης.

Εις βάρος επίσης των ελληνικών συμφερόντων, αλλά και της ευρύτερης περιφερειακής ασφάλειας, θα ήταν μια επιδείνωση των σχέσεων των ΗΠΑ με το Ιράν, πιθανόν ως αποτέλεσμα της ακύρωσης της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Αισιόδοξο σενάριο: Ο κ. Τραμπ επιλέγει ικανούς συνεργάτες για θέματα εξωτερικής πολιτικής, «ακούει» το Κογκρέσο και τους αρμόδιους κρατικούς φορείς και οι συγκρούσεις και θεαματικές αλλαγές περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας, με την εξωτερική πολιτική να εμφανίζει περισσότερο εικόνα συνέχειας παρά ρήξης με την πολιτική Ομπάμα. Τα απαισιόδοξα σενάρια είναι δυστυχώς πάρα πολλά και ορισμένα εξ αυτών είναι εξαιρετικά ανησυχητικά.

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΡΟΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

Το περιθώριο κινήσεων για μικρές χώρες όπως η Ελλάδα σε αυτή την εξαιρετικά ταραγμένη περιοχή είναι αρκετά περιορισμένα αλλά όχι μηδενικά, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της ενδιαφέρουσας γεωστρατηγικής μετατόπισης της χώρας μας κατά μήκους του διατλαντικού άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ, με παράλληλη προσπάθεια διατήρησης ερεισμάτων στον αραβικό κόσμο και με δεδομένη την ευρωπαϊκή μας ιδιότητα.

 

Ο Τούρκος πρόεδρος, Tayyip Erdogan, σε συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Rex Tillerson, στην Άγκυρα, στις 30 Μαρτίου 2017. Yasin Bulbul/Presidential Palace/Handout via REUTERS
-----------------------------------------------------

Πέραν της άμεσης προτεραιότητας που ασφαλώς είναι η διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων (ιδιαίτερα ενόψει εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων στην Τουρκία, αναφορών Ερντογάν αλλά και αξιωματικής αντιπολίτευσης για Λωζάνη και γκρίζες ζώνες, καθώς και προσφυγικού), αλλά και των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, που βρίσκονται σε μια κρίσιμη συγκυρία, η Ελλάδα χρειάζεται μια στρατηγική για την αντιμετώπιση προκλήσεων και την προώθηση της παρουσίας και του ρόλου της στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο πλαίσιο αυτό, προτεραιότητα της χώρας μας θα είναι να θωρακίσει τα σύνορά της από τις συνέπειες των πολλαπλών κρίσεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Μέση Ανατολή. Βεβαίως, αποτελεί σημαντική προτεραιότητα η προσπάθεια οριοθέτησης ΑΟΖ και ενεργειακής συνεργασίας με χώρες της περιοχής, σε μια περίοδο ενδεχόμενων ενεργειακών εξελίξεων στην ανατολική Μεσόγειο. Στο μέτρο του δυνατού, η Ελλάδα θα πρέπει να συνεισφέρει σε προσπάθειες σταθεροποίησης της περιοχής. Λόγω οικονομικών δυσχερειών, αλλά και συγκριτικά περιορισμένου διπλωματικού βάρους, η επίτευξη των ανωτέρω στόχων προϋποθέτουν την ενεργότερη εμπλοκή στις πολιτικές της ΕΕ (με στόχο την συνδιαμόρφωσή τους), συμμαχίες τακτικής φύσης στο πλαίσιο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αλλά και συνεργασίες με άλλες ενδιαφερόμενες περιφερειακές δυνάμεις.

Σε ταραγμένους καιρούς και σε εποχές εξαιρετικά περιορισμένων οικονομικών πόρων για την άσκηση ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής, οι συνεργασίες με γειτονικά κράτη και η σύναψη συμμαχιών σε τακτικό και στρατηγικό επίπεδο μπορεί να αποτελέσουν ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων. Σε αυτή ακριβώς την λογική εντάσσεται η εξελισσόμενη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου, η οποία θα μπορούσε να ιδωθεί και ως συμπληρωματική της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Κοινό στοιχείο και στις δύο περιπτώσεις, η δύσκολη έως κακή σχέση Καΐρου, Τελ-Αβίβ, Λευκωσίας, αλλά και Αθήνας με την Άγκυρα. Ασφαλώς όμως η αίσθηση κοινού αντιπάλου δεν αποτελεί στέρεη βάση οικοδόμησης μιας σχέσης στρατηγικής συνεργασίας. Η συνεργασία θα πρέπει να υλοποιηθεί στην βάση κοινών συμφερόντων και θα πρέπει να είναι ανοικτή και σε άλλες χώρες της περιοχής (π.χ. Ιορδανία, Λίβανο ή μελλοντικά ακόμη και Τουρκία, εφόσον βεβαίως μεταβάλλει την συμπεριφορά της).

Εξάλλου, λόγω του υψηλού αριθμού διενέξεων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ανοίγεται ένα πεδίο διπλωματικής δραστηριοποίησης για χώρες που συγκεντρώνουν ένα μίνιμουμ αποδοχής από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η Ελλάδα θα αποτελούσε έναν προφανή –και πιθανώς τον μοναδικό μεταξύ χωρών που βρίσκονται ή γειτνιάζουν με την εν λόγω περιοχή- υποψήφιο, αφού έχει λίαν ικανοποιητικές σχέσεις με το Ισραήλ, την Παλαιστινιακή Αρχή, το Ιράν (με το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, θα υπάρξουν ευκαιρίες συνεργασίας με την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα), την Αίγυπτο, την Ιορδανία, και βεβαίως τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Φυσικά χρειάζεται σαφής αίσθηση των μεγεθών και των δυνατοτήτων μας. Ένας συμπληρωματικός / υποστηρικτικός ρόλος διαμεσολάβησης, προσφέροντας, όπως είχαμε πράξει σε μικρό αριθμό περιπτώσεων και στο παρελθόν, τις καλές μας υπηρεσίες και άλλες διευκολύνσεις (π.χ. τόπο συνάντησης) για την πραγματοποίηση εμπιστευτικών επαφών και διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, είναι απολύτως ρεαλιστικός στόχος. Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται ουσιαστική δραστηριοποίηση των πρεσβειών μας στην Μέση Ανατολή, μια μικρή ομάδα εργασίας σε ετοιμότητα στο ΥΠΕΞ και βούληση για εκμετάλλευση ευκαιριών και ανάληψη πρωτοβουλιών μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, σε συνεργασία με άλλες χώρες.

ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΗΠΑ: ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Στην Ανατολική Μεσόγειο, ο μέχρι τούδε «στρατηγικός» εταίρος, η Τουρκία δεν αποτελεί επί του παρόντος μια ιδιαίτερα αξιόπιστη επιλογή για τις ΗΠΑ, αφού οι δυο χώρες φαίνεται να έχουν αρκετά αποκλίνουσες στρατηγικές ατζέντες σε μια σειρά ζητημάτων. Βεβαίως, όπως αναφέρεται σε προηγούμενη ενότητα, η σχέση των δύο χωρών ενδεχομένως να βελτιωθεί στην περίοδο Τραμπ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν θεωρούμε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να ετεροπροσδιορίζεται από πλευράς στρατηγικής αξίας και ρόλου σε σχέση με την Τουρκία. Τα χαρακτηριστικά και η δυνητική χρησιμότητα των δύο χωρών διαφέρουν αρκετά.

Όπως αναφέρεται και στην «Λευκή Βίβλο για την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, Άμυνα και Ασφάλεια» που επιμελήθηκε πρόσφατα το ΕΛΙΑΜΕΠ (Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2016), θεωρητικά η Ελλάδα θα αποτελούσε στα μάτια της Ουάσινγκτον έναν ενδιαφέροντα εταίρο (με την εξελισσόμενη στρατηγική σχέση Ελλάδας-Ισραήλ να αποτελεί έναν επιπρόσθετο παράγοντα αμερικανικού ενδιαφέροντος). Ωστόσο, οι εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και οι εσωτερικές πολιτικές ιδιαιτερότητες δύσκολα θα επέτρεπαν μια τέτοια συνεργασία σε στρατηγικό επίπεδο. Επιπλέον, σημαντικά πιο στενή σύμπλευση με τις ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο θα είχε δυνητικά υψηλότερο κόστος (σε ζητήματα τρομοκρατίας ή πολιτικών σχέσεων με άλλες ευρωπαϊκές ή μη χώρες), ενώ και τα πιθανά οφέλη δεν είναι προφανή και ξεκάθαρα και θα πρέπει να οριστούν με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο προτού είτε ληφθούν συγκεκριμένες αποφάσεις σε πολιτικό επίπεδο, είτε κινηθούμε προς μια κατεύθυνση διά της μεθόδου της σταδιακής διολίσθησης.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν περιθώρια αναβάθμισης της συνεργασίας της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, αλλά θα πρέπει ενδεχομένως να αναζητηθούν ιδέες «χαμηλού κόστους» και δυνητικά υψηλής αποτελεσματικότητας τόσο για την διεθνή επιρροή και ρόλο της χώρας, όσο και για τις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ, προβάλλοντας με αξιοπιστία και συνέπεια την εικόνα ενός περιφερειακού παράγοντα που είναι ικανός και έτοιμος να παίξει σταθεροποιητικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή. Κρίνεται δε ως απολύτως απαραίτητη μια σωστά δομημένη ελληνική στρατηγική πολιτικής επικοινωνίας στις ΗΠΑ στην βάση μιας καλά σχεδιασμένης, ενεργητικής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Επίσης, η Ελλάδα θα μπορούσε, εκμεταλλευόμενη την γεωστρατηγική θέση της, να εξετάσει την παροχή διοικητικής υποστήριξης και χρήσης στρατιωτικών εγκαταστάσεων, είτε ακόμη και την συμμετοχή της σε μη-μάχιμες επιχειρήσεις ανθρωπιστικού χαρακτήρα. Αυτό φυσικά θα προϋπέθετε συγκεκριμένα και καλά επεξεργασμένα ανταλλάγματα είτε με την μορφή σύγχρονου υλικού για τις ένοπλες δυνάμεις και τις υπηρεσίες ασφαλείας, είτε διπλωματικής φύσης ωφελημάτων σε ζητήματα όπως το Κυπριακό, η διαφορά περί της ονομασίας της πΓΔΜ ή η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου. Θεωρούμε ότι ορισμένες ευκαιρίες για διπλωματική αναβάθμιση και αμυντική θωράκιση της χώρας θα υπάρξουν. Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσουμε να τις εκμεταλλευθούμε, καθώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει «έξυπνη» πολιτική που θα υλοποιείται με συνέχεια και συνέπεια.

Εν κατακλείδι, όμως, οποιοσδήποτε και αν εκλεγόταν στην προεδρία των ΗΠΑ (ακόμη και ο «δικός μας» Μ. Δουκάκης), δεν θα «προσέφερε» περιφερειακό ρόλο και αυξημένη επιρροή στην χώρα μας. Αυτά κερδίζονται μόνο ως αποτέλεσμα συστηματικού στρατηγικού σχεδιασμού και αποτελεσματικής υλοποίησης στόχων σε βάθος χρόνου. Αλλά, δυστυχώς, αυτά αποτελούν χρόνιες παθογένειες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.