Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε χειραψία με τον υπουργό Άμυνας του Κατάρ, Khalid bin Mohammed al-Attiyah, στην Άγκυρα, τον Ιούλιο του 2017. REUTERS

Μεταξύ ισλαμισμού και πραγματισμού

Aykan Erdemir και Merve Tahiroglu

06/07/2017

Η σταθερή διολίσθηση της Τουρκίας στον αυταρχισμό υπό τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνοδεύτηκε από μια αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική. Από τότε που ανέβηκε στην εξουσία το 2002, ο Ερντογάν συνδύασε τη νεο-οθωμανική ρητορική εγχωρίως με τις παν-ισλαμικές φιλοδοξίες στο εξωτερικό, υποστηρίζοντας την Μουσουλμανική Αδελφότητα παγκοσμίως και, πιο πρόσφατα, υποστηρίζοντας τζιχαντιστικούς πληρεξούσιους στην Συρία.

Ωστόσο, η αλλαγή των εγχώριων συμμαχιών και οι αποτυχίες της εξωτερικής πολιτικής έχουν περιορίσει την ικανότητα του Τούρκου ισχυρού άνδρα να δρα μόνο με ιδεολογικές αρχές. Η προκύπτουσα ένταση -μεταξύ του ισλαμιστικού ζήλου του Ερντογάν και του αναγκαστικού ρεαλισμού του- βοηθάει να εξηγηθεί η εμβαλωματική εξωτερική πολιτική της Άγκυρας στην Μέση Ανατολή και πέρα από αυτήν.

 

ΚΡΑΤΗ ΣΕ ΑΛΛΑΓΗ

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ο Ερντογάν επέζησε δύο προσπαθειών να τον ανατρέψουν: Ένα σκάνδαλο διαφθοράς-ορόσημο το 2013 και μια αιματηρή προσπάθεια πραξικοπήματος το περασμένο καλοκαίρι. Το κίνημα Gulen, του εγγύτερου πολιτικού συμμάχου του Ερντογάν μεταξύ 2002 και 2013, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο και στις δύο προσπάθειες. Ο φαύλος αγώνας μέσα στο κυβερνών μπλοκ της Τουρκίας οδήγησε τον Ερντογάν να εκκαθαρίσει την πολιτική και γραφειοκρατική ελίτ της χώρας, αντικαθιστώντας τους Γκιουλενιστές με τους υπερεθνικιστές. Εν τω μεταξύ, η αποτυχία της προσπάθειας της Άγκυρας να επιλύσει την σύγκρουσή της με τις κουρδικές ομάδες το 2015 και η άνοδος των τζιχαντιστών στην γειτονική Συρία οδήγησαν σε περιοδικές τρομοκρατικές επιθέσεις στην Τουρκία, προκαλώντας πρωτοφανείς θανάτους. Ως αποτέλεσμα, τόσο ο τουρκικός λαός όσο και ο ηγέτης τους έχουν γίνει πιο παρανοϊκοί και εθνικιστές.

Η γειτονιά της Τουρκίας έχει επίσης μεταμορφωθεί. Οι ισλαμιστές που συνδέονται με την Μουσουλμανική Αδελφότητα, που φαίνονταν ανερχόμενοι κατά την διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης, τώρα δείχνουν να έχουν εξοριστεί στο περιθώριο της πολιτικής της Μέσης Ανατολής από τους ισχυρούς αντιπάλους της Αδελφότητας στην περιοχή -δηλαδή την Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο του προέδρου Abdel Fattah el-Sisi. Η κρίση του Κόλπου αυτό το καλοκαίρι, που κορυφώθηκε με μια συντονισμένη διπλωματική επίθεση στο Κατάρ, τον κορυφαίο προστάτη της Αδελφότητας μαζί με την Τουρκία, αποτελούσε ακόμα ένα εμπόδιο για το πολιτικό Ισλάμ. Η Άγκυρα, έχοντας συμπαραταχθεί με τους ισλαμιστές από την έναρξη της Αραβικής Άνοιξης μόνο για να τους δει να αποτυγχάνουν να κρατήσουν την εξουσία, βρέθηκε στην μεριά των χαμένων της περιφερειακής διπλωματίας. Από το 2013, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Αίγυπτο και την Λιβύη ήταν ανταγωνιστικές, και εκείνες με το μπλοκ υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας έχουν γίνει τεταμένες. Οι παρατάξεις που υποστηρίζονται από την Τουρκία και το Κατάρ εξακολουθούν να αγωνίζονται σε έναν πόλεμο πληρεξούσιων κατά των δυνάμεων που υποστηρίζονται από την Αίγυπτο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στην Λιβύη. Η ισχυρή υποστήριξη του Ερντογάν προς το Κατάρ στην τελευταία κρίση μόνο θα απομονώσει περαιτέρω την Τουρκία στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η εθνικιστική στροφή του Ερντογάν, που γεννήθηκε από αναγκαιότητα, δεν έχει εξαλείψει τον διαρκή ισλαμιστικό τόνο της εξωτερικής πολιτικής του.

Ωστόσο, η πιο επείγουσα ανησυχία της Άγκυρας εστιάζεται στην γειτονική Συρία. Καθώς η χώρα ενεπλάκη σε εμφύλιο πόλεμο, οι κουρδικής πλειοψηφίας περιοχές της απέκτησαν de facto αυτονομία υπό την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος (PYD), θυγατρικού του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που έχει αγωνιστεί μια 40ετή εξέγερση εναντίον του τουρκικού κράτους. Η ανάδυση των τζιχαντιστών μαχητών, συμπεριλαμβανομένου του Ισλαμικού Κράτους (επίσης γνωστού ως ISIS), υποχρέωσε εν τω μεταξύ τις αμυντικές μονάδες του PYD να προστατευθούν με την επέκταση του ελέγχου τους πέρα από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας, στις πόλεις αραβικής πλειοψηφίας. Από την άποψη της Άγκυρας, η πολιτική και στρατιωτική πρόοδος της Rojava, όπως ονομάζεται το αυτοδιοικούμενο κουρδικό κρατίδιο στην βόρεια Συρία, είναι μια ανεπιθύμητη έμπνευση για τους Κούρδους στην τουρκική πλευρά των συνόρων. Εξ άλλου, η γραφειοκρατία ασφαλείας της Τουρκίας θεωρεί ότι η Rojava που κυριαρχείται από το PYD είναι ένα εφαλτήριο για το PKK και ως εκ τούτου μια υπαρξιακή απειλή για την Τουρκία -και μάλιστα από το 2015 που ξανάρχισε ο διακοπτόμενος πόλεμος της Άγκυρας με τους Κούρδους αντάρτες.

Η ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ

Η άνοδος του αντι-κουρδικού αισθήματος στην Τουρκία, καθώς και ο αντιληπτός κίνδυνος που θέτει η Ροζάβα στο τουρκικό κράτος, συνέπεσε με την άνοδο μιας νέας υπαρξιακής απειλής για την μονοκρατορία του Ερντογάν, που αντιπροσωπεύθηκε από την απόπειρα πραξικοπήματος του περασμένου καλοκαιριού. Το πραξικόπημα μόνο ενίσχυσε τα πάθη του χωρισμού του προέδρου με τους γκιουλενιστές και έσπρωξε τον Ερντογάν να φλερτάρει με τους Τούρκους υπερεθνικιστικές, ένα σχετικά κοσμικό πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο, το οποίο είχε απορρίψει προηγουμένως. Πράγματι, αυτή η νέα συμμαχία είναι ο μεγαλύτερος περιορισμός στην επιδίωξη της ιδανικής εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του. Ο Ερντογάν, ο πρώτος Τούρκος ηγέτης που επιζήτησε μια ολοκληρωμένη πολιτική λύση στην σύγκρουση με τους Κούρδους, διεξάγει τώρα μια βίαιη εκστρατεία στον κυριαρχούμενο από Κούρδους νότο και σκιαγραφεί την Rojava ως την κορυφαία απειλή για την ασφάλεια της Τουρκίας.

 

Το κέντρο της Κωνσταντινούπολης, τον Ιούλιο του 2017. Umit Bektas / Reuters
----------------------------------------------------------------

Το πρακτικό νόημα όλων αυτών είναι ότι η πολιτική της Τουρκίας στην Συρία έχει πλέον εμμονή με την ανάσχεση της πολιτικής προόδου των Κούρδων εκεί -μια σημαντική ανατροπή των προηγούμενων φιλοδοξιών του Ερντογάν. Στην αρχή της αναταραχής στην Συρία, ο Ερντογάν ακολούθησε μια προληπτική ισλαμική πολιτική που στόχευε σε μια γρήγορη αλλαγή καθεστώτος, πηγαίνοντας μέχρι του σημείου να χρηματοδοτήσει και να εξοπλίσει τους τζιχαντιστές για να ανατρέψουν τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ-Ασαντ. Σήμερα, ο Ερντογάν είναι διατεθειμένος να διατηρήσει τον Σύρο ισχυρό άνδρα στην θέση του και να ανακατευθύνει τις απειλές του προς την Ροζάβα, προς μεγάλη χαρά των σκληροπυρηνικών τουρκικών εθνικιστών.

Αλλά η εθνικιστική στροφή του Ερντογάν, που γεννήθηκε από αναγκαιότητα, δεν απέκλεισε τους διαρκείς ισλαμιστικούς τόνους της εξωτερικής πολιτικής του. Βεβαίως, αυτό που φάνηκε το 2011 ως μια συνεκτική, προληπτική, πανισλαμιστική μεγάλη στρατηγική έχει δώσει την θέση του σε μια αντιδραστική και εμβαλωματική προσέγγιση. Ωστόσο, η ιδεολογία που υποστηρίζει την αρχική μεγάλη στρατηγική επιμένει, περιοριζόμενη μόνο από τις τακτικές ανάγκες και τις απειλές κατά της κυριαρχίας του Ερντογάν. Βραχυπρόθεσμα, μέχρις ότου μπορέσει να εδραιώσει πλήρως την θέση του, ο Ερντογάν θα εξαρτάται από τις εθνικιστικές θέσεις των καινούργιων συμμάχων του. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, αυτοί οι σύμμαχοι θα περιορίσουν, αλλά δεν θα τερματίσουν τα πανισλαμιστικά σχέδια του Ερντογάν.

ΜΕ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΜΑΚΡΑΣ ΠΝΟΗΣ

Η επιμονή αυτού του παν-ισλαμικού οράματος είναι πιο εμφανής στην προσέγγιση της Τουρκίας στην ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση. Πριν από την άνοδο των ισλαμιστών στην εξουσία στην Τουρκία, η Άγκυρα και η Ιερουσαλήμ συνεργάζονταν στενά σε θέματα πληροφοριών, άμυνας και ασφάλειας. Παρά τις καλύτερες προσπάθειες του Ερντογάν να υπονομεύσει αυτήν την κατάσταση, η οποία κατέληξε στην υποβάθμιση των διπλωματικών σχέσεων το 2011, η γραφειοκρατία της ασφάλειας της Τουρκίας εξακολουθεί να θεωρεί την Ιερουσαλήμ ως βασικό πόρο, ιδίως ενόψει του αναζωπυρωμένου κουρδικού εθνικισμού και της αυξανόμενης ιρανικής επιρροής στην περιοχή. Ως εκ τούτου, η σημερινή Τουρκία, η οποία ανησυχεί και πάλι για την ασφάλεια, προσπάθησε να βελτιώσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ, ωθώντας τον Ερντογάν στην περσινή προσέγγιση, με την οποία η Άγκυρα συμφώνησε να αποκαταστήσει τους πρεσβευτές και να συναινέσει στο να εγκαταστήσει το Ισραήλ μια μόνιμη αποστολή στην έδρα του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, παρ’ όλο που ο Ερντογάν θα συνεχίσει να διευκολύνει τους Ισραηλινούς, δεν θα αποκηρύξει ποτέ τους συντρόφους του στην Χαμάς, τους οποίους συνέχισε να υποστηρίζει και των οποίων τα μέλη βρήκαν καταφύγιο στην Τουρκία. Πέρα από το ιδεολογικό του κοινό έδαφος με την Χαμάς, η υποστήριξη του παλαιστινιακού κινήματος είναι απαραίτητη για τις διαφημιστικές εκστρατείες του Ερντογάν στην Τουρκία και τον μουσουλμανικό κόσμο.

Ένα άλλο παράδειγμα της αδέξιας προσέγγισης του Ερντογάν είναι η τουρκική πολιτική έναντι του Ιράν. Ιστορικά, η Άγκυρα έχει επιφυλάξεις για τις ηγεμονικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης στην περιοχή. Ωστόσο, ο Ερντογάν και οι συμπατριώτες του ισλαμιστές ήταν παραδοσιακά φιλικοί προς την Τεχεράνη και υπό τις κατάλληλες συνθήκες θα ήταν πιθανώς πρόθυμοι να συνεργαστούν με το Ιράν για να αμφισβητήσουν την φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη που κατευθύνεται από την Δύση. Αυτή η συμπάθεια οδήγησε την Άγκυρα να αντιταχθεί στις κυρώσεις του ΟΗΕ το 2010 κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, παρά την σημαντική απειλή που θα μπορούσε να προκαλέσει στην Τουρκία ένα πυρηνικό Ιράν. Ωστόσο, το σκεπτικιστικό έναντι του Ιράν κατεστημένο ασφαλείας της Άγκυρας έχει από καιρό θεωρήσει την Τεχεράνη ως έναν από τους βασικούς υποστηρικτές του PKK. Σε συνδυασμό με την εμβάθυνση των σεχταριστικών αντιπαλοτήτων στο Ιράκ και την Συρία, ο σκεπτικισμός αυτός θα συνεχίσει να υπονομεύει τις ελπίδες του Ερντογάν για οικοδόμηση μιας στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο, η ιρανο-τουρκική συνεργασία είναι έτοιμη να αντέξει στους τομείς της ενέργειας, του εμπορίου και της αθέμιτης χρηματοδότησης.

Η εμβαλωματική εξωτερική πολιτική της Άγκυρας φαίνεται αντιφατική τώρα -υπερασπίζεται τους πανισλαμιστές εταίρους του Ερντογάν ενώ παράλληλα συνεργάζεται και με τους αντιπάλους τους. Αυτή η σύγχυση απορρέει από έναν αναγκαστικό ρεαλισμό που προήλθε από μια σειρά προκλήσεων για τον Ερντογάν: Πισώπλατα μαχαιρώματα από συμμάχους εγχωρίως, αναζωπυρωμένος κουρδικός εθνικισμός και παγκόσμια ανατροπή της μοίρας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας από την Αραβική Άνοιξη. Ο Ερντογάν όμως είναι γνωστικός πολιτικός και αποφασισμένος να επιβιώνει. Θα κάνει ό, τι χρειάζεται για να παραμείνει στην εξουσία, αλλά δεν έχει χάσει τον ισλαμιστικό του ζήλο. Προς το παρόν, ο Ερντογάν θα συνεχίσει να κάνει συμβιβασμούς για να προστατεύσει την εξουσία του, ελπίζοντας στους ευνοϊκούς ανέμους μιας άλλης άνοιξης.