Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα: Από το Σήμερα στο Αύριο

 

 

 

Γράφουν οι Πέτρος Ν. Κωτσιόπουλος Ηλίας Αρ. Υφαντής

 

 

 

Περίληψη:  Τα ελληνικά Στρατιωτικά ΑΕΙ πάσχουν από έλλειψη κεντρικού στρατηγικού σχεδιασμού, υποδομών, ερευνητικών εργαλείων και χρηματικών πόρων. Όμως, η ατομική πρωτοβουλία του εκπαιδευτικού προσωπικού σε πολλές περιπτώσεις αναπληρώνει τις ελλείψεις. Τα αποτελέσματα που μετριούνται με τα γνωστά εκπαιδευτικά αξιολογικά εργαλεία αλλά και το διεθνές έργο των Σχολών είναι εντυπωσιακά.

 

Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ιδρυθείσα το 1828), η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων (ιδρυθείσα το 1845) και η Σχολή Ικάρων (ιδρυθείσα το 1931) είναι τα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Ελλάδας, ιστορικά ιδρύματα, με μακρά παράδοση και ουσιαστική συμβολή στους αγώνες, την ανάπτυξη, την ευημερία και την προκοπή του Έθνους. Η εξελισσόμενη πολυδιάστατη κρίση, η διαμόρφωση ενός ρευστού περιβάλλοντος εξαιτίας της απώλειας των σταθερών και οι δυσμενείς προβλέψεις απαιτούν τη νηφάλια αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης και την ορθολογική αντιμετώπιση των αναδυόμενων προκλήσεων.

 

ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

 

Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο «Τα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι.) είναι ισότιμα µε τα ιδρύματα του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως αυτή ορίζεται κάθε φορά από την κείμενη νομοθεσία, παρέχοντας ισότιμη εκπαίδευση και χορηγώντας ισότιμα πτυχία µε αυτά. Τα Α.Σ.Ε.Ι. έχουν ως αποστολή:

 

α. Να παράγουν και να μεταδίδουν τη γνώση στους σπουδαστές τους µε την έρευνα και διδασκαλία της στρατιωτικής - ναυτικής - αεροπορικής επιστήμης και τεχνολογίας, καθώς και των συναφών θεωρητικών, θετικών και εφαρμοσμένων επιστημών.

 

β. Να αναπτύσσουν τις στρατιωτικές αρετές και τη στρατιωτική αγωγή ώστε να διαμορφώνουν αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων µε στρατιωτική συνείδηση, μόρφωση ανώτατου επιπέδου, καθώς και κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική παιδεία και αγωγή, παρέχοντάς τους τα εφόδια για να καταστούν ικανοί ηγήτορες µε άρτια επαγγελματική και επιστημονική κατάρτιση.

 

γ. Να διοργανώνουν, είτε αυτοδύναμα είτε από κοινού με τα Πανεπιστήμια, Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) σε θέματα Στρατιωτικής, Ναυτικής και Αεροπορικής Επιστήμης και Τεχνολογίας και να διεξάγουν επιστημονική έρευνα, σε γνωστικά αντικείμενα σχετικά με τις εκπαιδευτικές ερευνητικές και λειτουργικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων και της Εθνικής Άμυνας της χώρας».

 

Με δεδομένη τη δυσμενή οικονομική συγκυρία και τη διαφαινόμενη συρρίκνωση του αριθμού των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, σ’ ένα επίπεδο που να είναι σύμφωνο με τα γενικότερα σχέδια περί προσλήψεων στο Δημόσιο Τομέα, η παροχή -πραγματικής και ουσιαστικής- ακαδημαϊκής και στρατιωτικής εκπαίδευσης πανεπιστημιακού επιπέδου στους Αξιωματικούς καθίσταται πρωταρχικής σημασίας.

 

Σήμερα, με βάση τη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία των Στρατιωτικών Σχολών, καθώς και σχετική νομολογία του ΣτΕ, το θέμα της αναγνώρισης της ισοτιμίας τους προς τα Πανεπιστήμια, καθώς και του ανώτατου χαρακτήρα τους, θεωρείται λυμένο και δεν θα πρέπει ν’ αμφισβητείται από κανένα.

 

ΕΛΚΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΦΙΛΙΑ ΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ

 

Το γεγονός ότι οι Σχολές εδρεύουν στην περιοχή της Αττικής (Βάρη, Πειραιά, Δεκέλεια), σε συνδυασμό με τη νέα δομή, μετά τον θεσμικό και λειτουργικό εκσυγχρονισμό του 2003, την υιοθέτηση των προσόντων και των προϋποθέσεων εκλογής των μελών Δ.Ε.Π., όπως αυτά ισχύουν στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, και την υιοθέτηση των διαδικασιών εκλογής, όπως αυτές ισχύουν στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, καθιστούν ελκυστικές τις Σχολές μεταξύ των εν δυνάμει υποψηφίων για την κατάληψη θέσης διδακτικού εκπαιδευτικού προσωπικού, ανεξαρτήτως κατηγορίας και βαθμίδας.

 

Στον αντίποδα, η απουσία –γενικά- ερευνητικών υποδομών και χρηματοδότησης της έρευνας, η απουσία –μέχρι σήμερα- μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών, καθώς και οι οριακά χαμηλότερες αποδοχές αποτελούν αποθαρρυντικούς παράγοντες.

 

Παράλληλα, οι Σχολές των ΑΣΕΙ συγκαταλέγονται μεταξύ των δημοφιλέστερων στις προτιμήσεις των υποψηφίων για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τούτο τεκμαίρεται από την σειρά προτίμησης κατά την συμπλήρωση του μηχανογραφικού δελτίου, καθώς και από τις βάσεις εισαγωγής των σπουδαστών. Η δημοφιλία των ΑΣΕΙ οφείλεται σε πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η φιλοπατρία, ηγετικές βλέψεις και φιλοδοξίες, οι προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης, η σταδιοδρομία στους Κλάδους, καθώς και η δυνατότητα για μεταπτυχιακές σπουδές σε πανεπιστημιακά ιδρύματα του εσωτερικού και του εξωτερικού. Εκτιμάται, βασίμως, ότι λειτουργεί ενισχυτικά η νέα, «οιονεί πανεπιστημιακή» και άρα αναγνωρίσιμη, δομή και διάρθρωση, καθώς και η αναπτυσσόμενη εξωστρέφεια των Σχολών.

 

Είναι ενδεικτικό ότι, μεταξύ των σχολών για την εισαγωγή στις οποίες δεν απαιτείται η εξέταση σε ειδικό μάθημα, η βάση ξεπέρασε πέρυσι τα 18.900 μόρια μόλις σε εννέα σχολές. Πρώτο όλων ήταν το Τμήμα Ψυχολογίας της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ), το οποίο έφθασε τα 19.282 μόρια, καθώς αποτελεί το τμήμα με τις καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές για τους υποψηφίους της θεωρητικής κατεύθυνσης. Μεταξύ των εννέα σχολών, άλλωστε, με πάνω από 18.900 μόρια, οι έξι είναι στρατιωτικές.

 

ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

 

Η προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση στηρίζεται θεσμικά στο νόμο 3187/2003, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 3443/2006, με τον οποίο τα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα αξιολογούνται σύμφωνα με το νόμο 3374/2006, επί τη βάσει των αρχών, των προτύπων, των κανόνων και των διαδικασιών, τα οποία έχει θεσπίσει η Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας (Α.ΔΙ.Π.) για την αξιολόγηση των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Για τις λεπτομέρειες απαιτείται η έκδοση σχετικού Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο εκκρεμεί. Αυτή η εκκρεμότητα δεν αποστερεί από τις Σχολές τη δυνατότητα εσωτερικής αξιολόγησης και την αντιμετώπισή της ως εργαλείου αυτογνωσίας, διασφάλισης της ποιότητας αλλά και ανάπτυξης. Η αξιολόγηση αφορά σε κάθε πτυχή και διάσταση της εκπαίδευσης, και ειδικότερα, στο πρόγραμμα σπουδών, το διδακτικό έργο, το ερευνητικό έργο, τις σχέσεις με κοινωνικούς, πολιτιστικούς και παραγωγικούς φορείς, τη στρατηγική ανάπτυξη, καθώς και τις διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες και υποδομές.

 

Ο ΠΕΤΡΟΣ Ν. ΚΩΤΣΙΟΠΟΥΛΟΣ είναι Καθηγητής, Κοσμήτορας της Σχολής Ικάρων
Ο ΗΛΙΑΣ Αρ. ΥΦΑΝΤΗΣ είναι Καθηγητής, τ. Κοσμήτορας της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων