Η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, μιλά στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κατά την δεύτερη ημέρα της συνάντησης του G7, στο Κεμπέκ, στον Καναδά, στις 9 Ιουνίου 2018. JESCO DENZEL / BUNDESREGIERUNG VIA REUTERS

Θα μπορούσε η αδιαφορία του Trump να διαλύσει την ΕΕ;

Γρλαφει ο Jeremy Shapiro

13/06/2018

Ο νέος πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Γερμανία, Richard Grenell, γίνεται γρήγορα το αγαπημένο «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης. Φαίνεται να μοιράζεται την εκπληκτική ικανότητα του αφεντικού του να προσβάλλει τους ανθρώπους με έναν ισχυρό συνδυασμό επαγγελματικής ανικανότητας και προσωπικής αλαζονείας.

Μέσα σε λίγες ώρες από την ανάληψη των καθηκόντων του στις αρχές Μαΐου, είχε αναρτήσει στο Twitter μια απαίτηση από τους Ευρωπαίους να αποεπενδύσουν από το Ιράν, ουσιαστικά προστάζοντας τους οικοδεσπότες του να λάβουν σοβαρά υπόψη την απόφαση του προέδρου Donald Trump να τερματίσει την πυρηνική συμφωνία του Ιράν. Στην συνέχεια, την περασμένη εβδομάδα, έδωσε μια συνέντευξη στο Breitbart, έναν δεξιό δικτυακό τόπο που λειτουργεί τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανακοινώνοντας την πρόθεσή του να «ενισχύσει» τα συντηρητικά κόμματα στην Ευρώπη. Το μήνυμα προς την γερμανική κυβέρνηση ήταν σαφές: Ο νέος πρεσβευτής των ΗΠΑ είχε πρόθεση να στηρίξει τους εγχώριους πολιτικούς αντιπάλους της.

 Σε συνδυασμό με μια καταστροφική συνάντηση του G-7 την περασμένη εβδομάδα, αυτές οι παρατηρήσεις έχουν αναζωπυρώσει τους φόβους στην Ευρώπη ότι η διοίκηση Trump θα επιδιώξει να τροφοδοτήσει το λαϊκιστικό κύμα που κλονίζει την ευρωπαϊκή πολιτική [σκηνή. Οι πολιτικοί του ευρωπαϊκού κατεστημένου φοβούνται ότι η υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών προς τους αντι-φιλελεύθερους αντιπάλους τους θα δώσει στις ομάδες αυτές μεγαλύτερη δύναμη στους αγώνες τους κατά των Βρυξελλών. Αλλά το πρόβλημα για την Ευρώπη δεν είναι μια αμερικανική εκστρατεία για την ενίσχυση των Ευρωπαίων λαϊκιστών˙ είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βλέπουν πλέον την αξία του να έχουν ένα στρατηγικό όραμα για την Ευρώπη, εντελώς.

ΑΜΕΡΙΚΗ, Η ΙΔΙΟΤΕΛΗΣ

Οι ευρωπαϊκοί φόβοι για την παρεμβολή του Τραμπ στις ευρωπαϊκές εγχώριες πολιτικές έχουν δικαιολογημένη βάση. Αρχικά στην διοίκηση, ο Steve Bannon, επικεφαλής στρατηγιστής του Trump και πρώην εκτελεστικός πρόεδρος του Breitbart, φαινόταν να είναι αποφασισμένος για την ενδυνάμωση των λαϊκιστών, καθώς προσέγγισε αντιδημοκρατικούς πολιτικούς στην Ευρώπη και το Breitbart ίδρυσε παραρτήματα στην Ευρώπη. Αλλά τότε ο Bannon απομακρύνθηκε από τον Λευκό Οίκο και η διοίκηση του Trump φαινόταν να ακολουθεί μια πιο συμβατική ρεπουμπλικανική εξωτερική πολιτική. Κατά το πρώτο έτος της διοίκησης του Trump, οι λαϊκιστές Ευρωπαίοι ηγέτες, όπως ο Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας, είδαν τον Trump ως πιθανό όπλο στον αγώνα τους με το κατεστημένο της ΕΕ και απογοητεύθηκαν από την έλλειψη υποστήριξής του.

Οι παρατηρήσεις του Grenell δεν σηματοδοτούν, ωστόσο, την επιστροφή της διοίκησης του Trump στο Bannon-ισμό. Ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Γερμανία δεν κάνει ευρωπαϊκή πολιτική και σε αυτήν παραμένει ένας χυλός από αντιφατικές απόψεις ανώτερων αξιωματούχων των ΗΠΑ που επισκέπτονται την Ευρώπη, πολλοί από τους οποίους επιμένουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να δεσμεύονται στους παραδοσιακούς Ευρωπαίους εταίρους τους. Πράγματι, εν μέσω των ραπισμάτων του Grenell, ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών για την Ευρώπη, Α. Wess Mitchell, παρέθεσε μια ομιλία για την αναδέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στην άμυνα της ανατολικής και νότιας Ευρώπης (ακόμη και όταν ο προϊστάμενός του έγραφε στο Twitter την άποψή του ότι το ΝΑΤΟ μια ληστεία για τον Αμερικανό φορολογούμενο).

Το μόνο πράγμα που δείχνει πραγματικά αυτή η κακοφωνία των αντιφατικών φωνών, είναι ότι η διοίκηση Trump δεν έχει στρατηγικό ή ιδεολογικό σκοπό στην Ευρώπη και μάλλον δεν θέλει να έχει κι έναν τέτοιον. Συνολικά, η ευρωπαϊκή πολιτική της διοίκησης Trump φαίνεται να είναι λιγότερο ένα όραμα για μια Λαϊκιστική Διεθνή παρά μια υπολειμματική προσπάθεια του Trump γα να θέσει την Αμερική Πρώτα, και για τις εγχώριες πολιτικές του ανάγκες. Οι προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής του είναι το εμπόριο, η μετανάστευση και η τρομοκρατία. Η Ευρώπη είναι ενδιαφέρουσα μόνο στο βαθμό που έχει σημασία για αυτά τα θέματα. Η πολιτική του ως προς το ΝΑΤΟ καθοδηγείται περισσότερο από τις απόψεις του για το εμπόριο παρά από μια ιδέα ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η προσέγγισή του στην Ρωσία μοιάζει να προωθείται από το σκάνδαλο για την ρωσική παρέμβαση στις εκλογές των ΗΠΑ περισσότερο από οποιαδήποτε ιδέα για το πώς να προστατεύσει την Ευρώπη ή να διαχειριστεί την ρωσική απειλή.

Όπως τόνισε ο Τόμας Ράιτ του Brookings, «Με αγύρτες πρεσβευτές, έναν πρόεδρο που επαινεί τον Βλαντιμίρ Πούτιν, μια γραφειοκρατία που στηρίζει το ΝΑΤΟ και έναν εξελισσόμενο εμπορικό πόλεμο, κανείς δεν κατανοεί πραγματικά την πολιτική της διοίκησης Trump για την Ευρώπη». Αυτό προφανώς συμπεριλαμβάνει τον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος έχει αναγάγει την ασυνέπεια της εξωτερικής πολιτικής σε μια μορφή τέχνης.

Αλλά ακόμα και αν η προσέγγιση της διοίκησης του Trump στην Ευρώπη είναι πολύ συγκεχυμένη για να αποτελέσει ένα στρατηγικό όραμα, οι πολιτικές του μπορούν να επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο τα εσωτερικά προβλήματα της Ευρώπης. Εξάλλου, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μια παρουσία στις ευρωπαϊκές εγχώριες πολιτικές, είτε το θέλουν είτε όχι. Ως πάροχοι ασφάλειας εσχάτης καταφυγής και ως ο βασικός γεωπολιτικός σύμμαχος των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών, οι Ηνωμένες Πολιτείες ασκούν κάποια βαρυτική έλξη στην Ευρώπη, ανεξαρτήτως της (έλλειψης της) στρατηγική τους πρόθεσης.

Επί 70 χρόνια, ένα κρίσιμο κομμάτι της αμερικανικής προσέγγισης στην Ευρώπη έχει περιστραφεί γύρω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ακόμη και αν δεν είναι ευγενικό να το πούμε, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν απαραίτητες για την ανάπτυξη μιας Ευρώπης ενωμένης και ισχυρής ώστε να υπερασπιστεί τον εαυτό της και να πάρει την θέση της ως ο καλύτερος και ισχυρότερος σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ευρώπη είναι αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο επίτευγμα της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά τώρα η διοίκηση Trump είναι αρκετά ξεκάθαρη ότι έχει ελάχιστο ενδιαφέρον για αυτό το έργο. Ο Trump θεωρεί την Ευρωπαϊκή Ένωση ως «χειρότερη από την Κίνα» στο εμπόριο και κάτι λίγο περισσότερο από ένα γερμανικό όχημα για την απόσπαση αθέμιτων συμφωνιών από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διοίκηση του Trump έδωσε λίγη προσοχή στην ΕΕ, εκτός από την απαίτηση για εμπορικές παραχωρήσεις από αυτήν.

ΜΙΑ ΤΟΞΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ

Είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά εύκολο για την Ουάσιγκτον να καταστρέψει αυτό που έχει δημιουργήσει. Σχεδόν κάθε ευρωπαϊκή χώρα εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλειά της και αυτό δίνει στην Ουάσινγκτον τεράστια μόχλευση, ακόμη και όταν ο Trump έχει εξοργίσει πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες με τις πολιτικές του για το εμπόριο, το κλίμα και το Ιράν.

Η κακόβουλη παραμέληση της ΕΕ από τον Trump έρχεται σε μια άκαιρη στιγμή αδυναμίας για το ευρωπαϊκό σχέδιο. Με την πρόσφατη εγκατάσταση μιας ευρωσκεπτικιστικής κυβέρνησης στην Ιταλία, τουλάχιστον πέντε κυβερνήσεις της ΕΕ (σε Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιταλία, Πολωνία και Ηνωμένο Βασίλειο) είναι τώρα ομολογημένα αντιτιθέμενες κατά των Βρυξελλών. Σε ολόκληρη την ΕΕ, οι λαϊκιστές αποκτούν πολιτική δύναμη εν μέρει με το μήνυμα ότι οι Βρυξέλλες είναι υπεύθυνες για τα προβλήματά τους. Οι ψηφοφόροι στον νότο κατηγορούν την ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική για μια δεκαετία λιτότητας και αναιμικής ανάπτυξης˙ οι ψηφοφόροι στα ανατολικά κατηγορούν τις ευρωπαϊκές πολιτικές μετανάστευσης ότι απειλούν την ταυτότητα και την ανεξαρτησία τους. Και, φυσικά, υπάρχει το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο προσπαθεί να βγει από την ΕΕ εντελώς. Όλα αυτά απειλούν να καταστήσουν την ΕΕ ακυβέρνητη, ιδίως εάν οι εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον επόμενο χρόνο αποδώσουν αυτό που ο Mark Leonard χαρακτήρισε «ένα αυτο-μισούμενο κοινοβούλιο» -δηλαδή ένα κοινοβούλιο του οποίου η πλειοψηφία επιθυμεί να εξασφαλίσει την κατάργησή του.

Οι υποστηρικτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν εγκαταλείψει τον αγώνα. Η Γαλλία και η Γερμανία βρίσκονται στο επίκεντρο μιας ευρείας και φιλόδοξης προσπάθειας να αναζωογονήσουν το ευρωπαϊκό σχέδιο και να δείξουν την αξία του στους ψηφοφόρους. Επιδιώκουν να δρομολογήσουν νέες ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες για να καταδείξουν ότι η Ευρώπη μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της και να διαχειριστεί τη μετανάστευση. Επιδιώκουν τη μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης της ευρωζώνης για να καταστήσουν το ευρώ πιο ικανό να προωθήσει την ευημερία και την σταθερότητα. Και αναζητούν μια φόρμουλα για να συγκρατήσουν τις πιο αντι-φιλελεύθερες τάσεις των κυβερνήσεων της ΕΕ για να δείξουν ότι η ΕΕ παραμένει προσηλωμένη στην δημοκρατία και στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες αντιμετωπίζουν σημαντικά εσωτερικά εμπόδια και η μοίρα τους δεν είναι καθόλου βέβαιη. Οι [Ευρωπαίοι] υπέρ της εναρμόνισης, υπό κανονικές συνθήκες θα είχαν την υποστήριξη των ΗΠΑ, τουλάχιστον στο παρασκήνιο. Όμως, στην διοίκηση του Trump δύσκολα τους παρατηρούν καν. Έτσι, ακόμα και καθώς η ΕΕ αγωνίζεται να διατηρήσει την συνοχή της, η διοίκηση Trump, σύμφωνα με το Reuters, αποστέλλει διπλωμάτες στα πιο απείθαρχα μέλη της ΕΕ στα ανατολικά για να διασπάσει την ευρωπαϊκή ενότητα σχετικά με την πυρηνική συμφωνία του Ιράν. Η κυβέρνηση Trump έχει ήδη αποσπάσει την Ρουμανία και την Τσεχική Δημοκρατία από την ευρωπαϊκή συναίνεση, η οποία αντιτάχθηκε στην απόφαση του Trump να μεταφέρει την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ, υποτίθεται ως αντάλλαγμα για διαβεβαιώσεις περί αμερικανικής υποστήριξης στους αγώνες των χωρών αυτών κατά των Βρυξελλών.

Οι λαϊκιστές στην Ευρώπη τώρα φαίνεται να καταλαβαίνουν ότι, αν και δεν θα πάρουν αμερικανική υποστήριξη μόνο για να ενεργούν σαν Ευρωπαίοι Τραμπ, μπορούν να λάβουν υποστήριξη στην εσωτερική τους πάλη αν δελεάσουν τις προτεραιότητες των ΗΠΑ. Ο νέος Ιταλός πρωθυπουργός, ο Giuseppe Conte, για παράδειγμα, ήταν ο μόνος ηγέτης στην συνάντηση του G-7 στον Καναδά που υποστήριξε την έκκληση του Trump να συμπεριλάβει την Ρωσία, και ανταμείφθηκε με ένα tweet του Τραμπ που εξυμνούσε την εκλογή του και τον προσκαλούσε στον Λευκό Οίκο.

Φυσικά, προηγούμενες διοικήσεις των ΗΠΑ υπέπεσαν μερικές φορές στον πειρασμό να προσπαθήσουν να διχάσουν την Ευρώπη όταν τις βόλευε. Αλλά αξιολογούσαν επίσης την ευρωπαϊκή ενότητα και τελικά επιδίωκαν να περιορίσουν τις ζημιές που έκαναν στην συνολική διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αφότου ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους [ο νεότερος] δίχασε επιτυχώς την Ευρώπη για το Ιράκ το 2003, ξεκίνησε την δεύτερη θητεία του με μια συμβολική επίσκεψη στην έδρα της ΕΕ στις Βρυξέλλες για να στείλει το μήνυμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να στέκονται πίσω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Αντιθέτως, η αδιάφορη στάση της διοίκησης του Trump για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η εχθρότητά της στην εμπορική πολιτική της ΕΕ, δίνουν ελπίδα στους λαϊκιστές σε όλη την Ευρώπη ότι μπορούν και θα έχουν την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών ακόμη και σε αγώνες που απειλούν την ακεραιότητα της ΕΕ. Είναι αυτή η τοξική αλληλεπίδραση μεταξύ της στρατηγικής αδιαφορίας της διοίκησης Trump προς την Ευρώπη και της προσπάθειας των λαϊκιστών να υπονομεύσουν την ΕΕ, η οποία απειλεί το πιο διαρκές στρατηγικό επίτευγμα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη.