Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, στην κοινή συνέντευξη Τύπου μετά την συνάντησή τους στο Ελσίνκι, τον Ιούλιο του 2018. LEONARD FOEGER / REUTERS

Οι ΗΠΑ χρειάζονται μια στρατηγική για την Ρωσία τώρα περισσότερο από ποτέ

Michael McFaul

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σοκάρισε τον κόσμο νωρίτερα αυτή την εβδομάδα όταν, δίπλα στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, αρνήθηκε να δεχθεί τα βασικά γεγονότα της παρέμβασης του Κρεμλίνου στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016. Ο Trump φαίνεται να υποστηρίζει τον Πούτιν αντί της δικής του κοινότητας πληροφοριών, λέγοντας κατά την διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Ελσίνκι, "δεν βλέπω κανένα λόγο για τον οποίο θα ήταν" η Ρωσία που χάκαρε servers του Δημοκρατικού Κόμματος. Με αυτήν και μόνη την απάντηση, ο Trump εγγυήθηκε ότι η σύνοδος κορυφής του Ελσίνκι θα γίνει μια ιστορική στιγμή στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας. Παρόλο που αργότερα προσπάθησε να ανασκευάσει, ισχυριζόμενος ότι μίλησε εσφαλμένα, η ζημιά έγινε. Ποτέ σε προηγούμενες συνόδους κορυφής με ηγέτες του Κρεμλίνου, ένας Αμερικανός πρόεδρος δεν φαινόταν τόσο αδύναμος.

 Η διαμάχη γύρω από την συνέντευξη Τύπου είναι κάτι περισσότερο από κατανοητή, αλλά δεν πρέπει να επισκιάσει μια άλλη, ίσως πιο επακόλουθη, πηγή αδυναμίας των ΗΠΑ στο Ελσίνκι. Μπροστά σε μια αυξανόμενη ρωσική απειλή για τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών εγχωρίως και σε όλο τον κόσμο, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να στερείται οτιδήποτε που μοιάζει με μια υψηλή στρατηγική για να την αντιμετωπίσει. Η επίδοση του Τραμπ στο Ελσίνκι έδειξε στον κόσμο ότι ενάμισι χρόνο στην διακυβέρνησή του, ακόμη δεν έχει καν ξεκινήσει να σχεδιάζει μια προσέγγιση. Αν δεν αλλάξει αυτό, τα συμφέροντα των ΗΠΑ θα διακυβευθούν περαιτέρω και ο Πούτιν θα ενθαρρυνθεί περαιτέρω.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΡΩΣΙΑ

Η αμφισβήτηση του Trump σχετικά με την εκτίμηση της κοινότητας πληροφοριών των ΗΠΑ στην σύνοδο κορυφής ήταν ακόμη πιο ανησυχητική δεδομένων των μακροχρόνιων και τεκμηριωμένων αποδεικτικών στοιχείων περί ρωσικής παρέμβασης. Ενάμιση χρόνο πριν από την σύνοδο κορυφής, το Γραφείο του Διευθυντή Εθνικών Πληροφοριών (National Intelligence) δημοσίευσε μια μη διαβαθμισμένη έκθεση που ανέφερε σαφώς και σίγουρα ότι "ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν διέταξε μια εκστρατεία επιρροής το 2016 με στόχο τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ. Οι στόχοι της Ρωσίας ήταν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην αμερικανική δημοκρατική διαδικασία, να δυσφημίσουν την υπουργό [Χίλαρι] Κλίντον και να βλάψουν την εκλογιμότητά της και την πιθανή προεδρία της”. Συνέχιζε: “Περαιτέρω εκτιμούμε ότι ο Πούτιν και η ρωσική κυβέρνηση ανέπτυξαν σαφή προτίμηση για τον εκλεγμένο πρόεδρο Τραμπ. Έχουμε μεγάλη εμπιστοσύνη σε αυτές τις κρίσεις». Η επιλεγμένη επιτροπή της Γερουσίας (Senate Select Committee) για τις πληροφορίες επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα της έκθεσης στην έρευνά της, δηλώνοντας ότι “η Επιτροπή πιστεύει ότι τα συμπεράσματα της ICA (Intelligence Community Assessment) είναι σωστά και επισημαίνει ότι η συλλογή και η ανάλυση [πληροφοριών] μετά την δημοσίευση της ICA συνεχίζει να ενισχύει τις εκτιμήσεις της”. Και λίγες μέρες πριν την σύνοδο κορυφής Trump-Putin, ο ειδικός σύμβουλος Robert Mueller πρόσθεσε εκπληκτικές λεπτομέρειες σχετικά με την ρωσική επιχείρηση όταν δημοσίευσε ένα κατηγορητήριο για 12 αξιωματικούς των ρωσικών στρατιωτικών [υπηρεσιών] πληροφοριών που συμμετείχαν σε αυτήν.

Ο Πούτιν είχε διατάξει σαφώς μια επίθεση στην κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών, που σχεδιάστηκε για να βοηθήσει τον Τραμπ να κερδίσει τις εκλογές. Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε για αυτή την ρωσική επιχείρηση με ολόκληρο τον κόσμο να παρακολουθεί στην σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι, ο Trump έδειξε αμφιβολία, λέγοντας ότι είχε εμπιστοσύνη και στις δύο πλευρές. Η απάντηση του Trump πρέπει να εξέπληξε ακόμη και τον Πούτιν, αλλά σίγουρα ξάφνιασε τους Αμερικανούς που παρακολουθούσαν, προκαλώντας ευρεία καταδίκη από μέλη του Κογκρέσου, πρώην αξιωματούχους της εθνικής ασφάλειας και ειδικούς της εξωτερικής πολιτικής. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής John McCain αποκάλεσε την δήλωση του Trump στο Ελσίνκι "μια από τις πιο ντροπιαστικές παρουσίες ενός Αμερικανού προέδρου”. Ο πρώην διευθυντής της CIA, John Brennan, το πήγε ακόμα πιο μακριά, χαρακτηρίζοντας την επίδοση της συνέντευξης τύπου του Trump "τίποτα λιγότερο από προδοσία”. Η συνέντευξη Τύπου προκάλεσε μια πιο έντονη αναζήτηση εξηγήσεων για τις απόψεις του Trump σχετικά με την Ρωσία. Όλο και περισσότεροι σχολιαστές άρχισαν να εικάζουν για δεσμούς μεταξύ της ρωσικής κυβέρνησης και του προέδρου των ΗΠΑ που σφυρηλατήθηκαν κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2016 και ίσως και νωρίτερα.

Η επίδοση του Trump ήταν επίσης επεξηγηματική με αυτά που είπε σχετικά με την ευρύτερη αμερικανική προσέγγιση σχετικά με την Ρωσία. Η αντιδιαστολή των δημόσιων δηλώσεών του με τις δηλωμένες πολιτικές της ίδιας της διοίκησής του υπογραμμίζει τους κινδύνους της μη ανάπτυξης μιας υψηλής στρατηγικής. Σε ορισμένες ενέργειες, η διοίκηση φαίνεται να ακολουθεί μια στρατηγική περιορισμού [ανάσχεσης]. Συνέχισε αρκετές πολιτικές πρωτοβουλίες αποτροπής τις οποίες είχε υιοθετήσει η κυβέρνηση Ομπάμα ως απάντηση στην προσάρτηση της Κριμαίας από τον Πούτιν, όπως η επιβολή κυρώσεων σε Ρώσους και σε ρωσικές επιχειρήσεις, η ενίσχυση του ΝΑΤΟ και η παροχή βοήθειας στην Ουκρανία. Σε λίγους τομείς πολιτικής, η διοίκηση του Trump έφτασε ακόμη και πέρα από ό, τι ήταν έτοιμη να κάνει η κυβέρνηση Ομπάμα, συμπεριλαμβανομένης, κυρίως, της παροχής θανατηφόρας βοήθειας στην Ουκρανία και του κλεισίματος των ρωσικών προξενείων στο Σαν Φρανσίσκο και το Σιάτλ.

Ωστόσο, όταν ο Trump μιλά για την προσωπική του προσέγγιση στην Ρωσία, αντιφάσκει συχνά με τις πολιτικές της διοίκησής του, όπως έδειχνε έντονα στην διάσκεψη κορυφής του Ελσίνκι. Στην συνέντευξη Τύπου, όχι μόνο αρνήθηκε να επιβεβαιώσει τα γεγονότα σχετικά με τις ρωσικές πράξεις κατά τις προεδρικές εκλογές του 2016, αλλά και δεν καταδίκασε την προσάρτηση της Κριμαίας, την ρωσική στρατιωτική επέμβαση στην ανατολική Ουκρανία, την αδιάκοπη στήριξη του Πούτιν στον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, ούτε άλλες φιλοπόλεμες ρωσικές δραστηριότητες σε όλο τον κόσμο. Αντί για ανάσχεση, ο Trump κατέστησε σαφές ότι θέλει να γίνει φίλος με τον Πούτιν. Αντί να χαρακτηρίσει τον Πούτιν ως αντίπαλο, τον ονόμασε "καλό ανταγωνιστή" και το εννοούσε ως κομπλιμέντο. Και όπως έχει κάνει εδώ και χρόνια, ο Trump επανέλαβε ότι θα ήταν "καλό" αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία γίνονταν φιλικές μεταξύ τους. Ακόμη και οι σύμβουλοι της δικής του κυβέρνησης δήλωσαν στους δημοσιογράφους μετά την σύνοδο κορυφής ότι ο Τραμπ αυτοσχεδίαζε, μη ακολουθώντας το συμφωνημένο σενάριο για την διάσκεψη κορυφής του Ελσίνκι. Επομένως, η διοίκηση του Τραμπ έχει δύο πολιτικές για την Ρωσία και όχι μια.

ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΔΕΣΜΕΥΤΕΙΣ

Δεν υπάρχει τίποτα κακό με την ταυτόχρονη χρήση τόσο μέσων δέσμευσης όσο και μέσων περιορισμού για την επίτευξη στόχων της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ σε σχέση με την Ρωσία. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, Αμερικανοί και Σοβιετικοί ηγέτες συναντήθηκαν σε συνόδους κορυφής, ακόμη και όταν η συναίνεση, η διακομματική στρατηγική για την αντιμετώπιση της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν η ανάσχεση. Αλλά η προσέγγιση του Trump για δέσμευση, τουλάχιστον όπως εφαρμόστηκε στο Ελσίνκι, ήταν διαφορετική από τις συναντήσεις του Ψυχρού Πολέμου με δύο σημαντικούς τρόπους. Κατ’ αρχάς, κανένας Αμερικανός πρόεδρος κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου δεν χρησιμοποίησε επαίνους προς τους σοβιετικούς ομολόγους του ως μεγάλους η ισχυρούς ηγέτες. Αυτό συνέβη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Δεύτερον, οι προηγούμενοι Αμερικανοί πρόεδροι κατά την διάρκεια και μετά τον Ψυχρό Πόλεμο χρησιμοποίησαν τις συνόδους κορυφής για να επιτύχουν συγκεκριμένους στόχους εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, ορισμένες φορές επιτυχώς και μερικές φορές όχι. Στο Ελσίνκι, οι στόχοι της εμπλοκής δεν ήταν ξεκάθαροι και δεν προέκυψαν συγκεκριμένα εξαγόμενα ως αποτέλεσμα της συνάντησης. Ακόμη και η ατζέντα που προχωρούσε ήταν ασαφής. Η μόνη συγκεκριμένη παραγωγική πρόταση που υπαινίχθηκε από τον Πούτιν ήταν μια πρόταση να διαπραγματευτούν μια επέκταση της συνθήκης Νέα START.

Σε θέματα όπου η διμερής ατζέντα για συνεργασία ήταν πιο λεπτομερής στο Ελσίνκι, οι προτεινόμενες “συμφωνίες” ήσαν επικίνδυνες. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι ο Τραμπ και ο Πούτιν συζήτησαν την δυνατότητα να βάλουν τον Mueller και την ερευνητική του ομάδα να εξετάσουν τους αξιωματικούς των ρωσικών στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών που κατηγορούνται για συνωμοσία εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών με αντάλλαγμα οι ρωσικές νομικές Αρχές να έχουν την ευκαιρία να εξετάσουν αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης και πρώην κυβερνητικούς αξιωματούχους (συμπεριλαμβανομένου του γράφοντος) σχετικά με την εικαζόμενη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που εξήχθησαν από την Ρωσία από τον Βρετανό επιχειρηματία Bill Browder και την εταιρεία του, Hermitage Capital Management. Για να προσθέσει στην τρέλα αυτής της ιστορίας, ο Πούτιν υπονόησε ότι ο Browder χρησιμοποίησε μερικά από αυτά τα υποτιθέμενα ξεπλυμένα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει την εκστρατεία της Clinton το 2016. Δεν υπάρχει καμία ισοδυναμία μεταξύ των Ρώσων κρατικών λειτουργών που παραβιάζουν την αμερικανική κυριαρχία κατά την διάρκεια προεδρικών εκλογών με τους εντελώς επινοημένους ρωσικούς ισχυρισμούς εναντίον του Browder και κυβερνητικών αξιωματούχων των ΗΠΑ που υποτίθεται ότι τον βοήθησαν. Ο Πούτιν φαίνεται να έχει πει ψέματα στον Trump για τον Browder και τους υποτιθέμενους συνεργάτες του ως έναν τρόπο να φιμωθούν οι επικριτές του Πούτιν. Ωστόσο, στην συνέντευξη Τύπου στο Ελσίνκι, ο Trump χαρακτήρισε αυτή την εξωφρενική πρόταση του Πούτιν ως "μια ενδιαφέρουσα ιδέα". Και ποιος ξέρει τι άλλες "ενδιαφέρουσες ιδέες" συζητήθηκαν πίσω από κλειστές πόρτες, όταν οι δύο πρόεδροι συναντήθηκαν ενώπιος-ενωπίω. Ήδη η ρωσική κυβέρνηση επιβεβαιώνει τις δεσμεύσεις της για την εφαρμογή των συμφωνιών ασφάλειας που διαπραγματεύθηκαν στο Ελσίνκι, ωστόσο οι Αμερικανοί δεν έχουν ακόμη μάθει ποιες συμφωνίες ασφαλείας συζητήθηκαν. Η προεδρική δέσμευση που παράγει αυτού του είδους τα αποτελέσματα δεν προωθεί αλλά υπονομεύει τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ.

ΜΙΑ ΣΥΝΕΚΤΙΚΗ ΥΨΗΛΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Τέλος, η απουσία μιας συνεκτικής, ενοποιημένης υψηλής στρατηγικής για την ενασχόληση με την Ρωσία καθιστά δύσκολη την σφυρηλάτηση διακομματικής υποστήριξης εγχωρίως ή συμμαχικής υποστήριξης στο εξωτερικό. Η ομορφιά του ελαστικού όρου "ανάσχεση" (containment) κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ήταν ότι οι πρόεδροι των ΗΠΑ και οι αντίπαλοί τους εκτός της κυβέρνησης μπορούσαν να συμφωνήσουν τουλάχιστον για την βασική στρατηγική, ακόμη και όταν διαφωνούσαν για ορισμένα από τα συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα. Αυτό που είναι εντυπωσιακό σήμερα, ειδικά μετά την διάσκεψη κορυφής του Ελσίνκι, είναι το πόσο λίγη υποστήριξη έχει δημιουργήσει ο Trump για την ρωσική πολιτική του, ακόμη και μέσα στο κόμμα του, πόσω μάλλον μεταξύ των Δημοκρατικών ή των συμμάχων [των ΗΠΑ].

Για να είναι αποτελεσματικές μακροπρόθεσμα στον περιορισμό της Ρωσίας του Πούτιν, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται ενότητα εγχωρίως και υποστήριξη από συμμάχους στο εξωτερικό. Ένα απαραίτητο βήμα για την προώθηση αυτού του ενιαίου μετώπου είναι η επίτευξη συμφωνίας ως προς τις βασικές αρχές της στρατηγικής. Το εννοιολογικό έργο για την χάραξη μιας τέτοιας υψηλής στρατηγικής πρέπει να γίνει τώρα περισσότερο από ποτέ, ειδικά μετά την σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι, ακόμη και αν το προϊόν μιας τέτοιας στρατηγικής μπορεί να καταστεί εφικτό μόνο μετά την διοίκηση του Trump.